Greek Artists

Παλαιό Φάληρο

Ιανουάριος 1985

 

 

ΝΙΚΟΣ  ΖΙΑΣ

Διευθυντής Βυζαντινών Αρχαιοτήτων

Υπουργείου Πολιτισμού.

Καθηγητής  Ιστορίας της Τέχνης

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Η αναγνώριση της αισθητικής αξίας της λαϊκής τέχνης όπως και της βυζαντινής στον αιώνα μας οφείλεται εκτός από άλλους παράγοντες, και στην νέα όραση που μας χάρισε η μοντέρνα τέχνη.  Στην Ελλάδα η αναγνώριση αυτή πραγματοποιείται με την λαϊκή τέχνη του παρελθόντος στην τρίτη  κυρίως  και μετά δεκαετία του αιώνα μας, χάρις στον ζήλο μιας ομάδας φωτισμένων ανθρώπων (  Αγ, Χατζημιχάλη - Φ. Πολίτης, Αρ. Ζάχος, Δ. Πικιώνης κ.α.) την δημιουργική ανάπλασή της χάρις στον Φ. Κόντογλου που έκανε  "συνειδητά τα προτερήματα εκείνα της αδεξιότητας  του ρεαλισμού και της αγνότητας που ήταν ασυναίσθητα στους απλοϊκούς τεχνίτες", όπως έγραψε ο Ζαχ. Παπαντωνίου  και τέλος η σύγχρονη αισθητική λαϊκή δημιουργία χάρις στον Θεόφιλο  που το έργο "ανακαλύπτεται "  και καθιερώνεται προς τα μέσα του αιώνα.

Από τότε πολλοί από τους καλλιτέχνες μας στράφηκαν προς το απλοϊκό - αφελές αυτό ύφος και επηρέασε είτε το σύνολο είτε μέρος από το έργο τους.

Παράλληλα όμως υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη, και ασπούδαχτοι τεχνίτες που συνεχίζουν την λαϊκή έκφραση έστω και όταν το κοινωνικό  περίγυρο αλλάζει  ( η λαϊκή τέχνη άνθισε κυρίως στις αγροτοποιμενικές κοινωνίες ) καθώς μεταβάλλονται οι  γενικότερες συνθήκες της ζωής.

 

**

Ο Γιάννης Μητράκας  ανήκει στην ομάδα των ζωγράφων που δεν έκαναν σπουδές σε ειδικές σχολές.

Προικισμένος  με ζωγραφικό ένστικτο  οδηγήθηκε στην εικαστική έκφραση από  μια εσωτερική ανάγκη άμεσης καταγραφής των συγκινήσεών του  από το στενό και συχνά πιεστικό  περιβάλλον του: Μια μικρή επαρχιακή πόλη με κύρια απασχόληση των κατοίκων τα λιγνιτωρυχεία.   Δουλεύει κοντά στους λιγνιτωρύχους.  Και αυτούς ζωγραφίζει  απλοποιώντας τις φόρμες, σχηματοποιώντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου κατά  την βυζαντινή παράδοση, τονίζοντας τις κινήσεις, υλοποιώντας το φως  σύμφωνα με την λαϊκή αντίληψη - που βγαίνει από το φανάρι του κράνους τους.  Το μαύρο σκοτάδι της γαλαρίας, γίνεται το μαύρο φόντο του πίνακα - ανάλογα  με των ύστερων μεταβυζαντινών τοιχογραφιών - όπου προβάλλονται οι λαδοπράσινες στολές  των εργατών.

Η αγάπη που τον οδηγεί να τους ζωγραφίζει, εξαγιάζει μέσα στην ψυχή του τον μόχθο του εργάτη των  σπλάχνων της γης και έτσι έρχονται σαν φυσική συνέπεια να τους απεικονίσει σαν αγίους.

Όλα αυτά αποδίδονται με άψογη εκτέλεση που προϋποθέτει τεχνική δεξιότητα και μάλιστα στη δύσκολη τεχνική της ζωγραφικής με αυγό.  Ο ασπούδαχτος αυτός ζωγράφος έμαθε την παραδοσιακή τεχνική μελετώντας  τον κυρ.Φώτη Κόντογλου. Διαβάζοντας  την "Εκφραση" - το δίτομο  θεωρητικό και τεχνικό βιβλίο του -  και σπουδάζοντας  πάνω στο ίδιο το έργο  του  ανανεωτή αυτού της παράδοσης. Γι' αυτό όταν είπανε τον Μητράκα "κάποιο αδελφό του Κόντογλου " ( Αρ. Βαβαλίδης - Πανεπιστήμιο  Θράκης, 1981 ) δεν είχαν άδικο.

Το θεματολόγιό του  θα πλουτιστεί αργότερα γιατί η φλέβα του ταλέντου του δεν ήταν μικρή και το όραμά του ευρύ. Κέντρο πάντα ο άνθρωπος, αν και όταν ζωγραφίζει τοπία, σαν σκηνικό ιστορικών γεγονότων βρίσκει μια φρεσκάδα που μοιάζει ν' άρχεται από τον άλλο μακρινό πρόγονό του τον Παντελή Ζωγράφο. 

Επειτα από τα μεμονωμένα πορτρέτα ανθρώπων της  βιοπάλης, του ορυχείου, αλλά και του χωριού και της υπαίθρου που η τεχνική του αυγού με την   εκφραστική  λιτότητα,  και τον εξωρρεαλιστικό χρωματισμό τους δίνει μνημειακό χαρακτήρα, προχώρησε σε συνθέσεις με δύο ή τρία πρόσωπα.

Ακόμη πιο πέρα συνθέσεις  με πολλά πρόσωπα σε μια εντελώς εξωρρεαλιστική διάθεση που υπακούει μόνο σ' ένα ρυθμό υπαγορευόμενο από την ελευθερία της λαϊκής αντίληψης.  Συχνά και το σχήμα του πίνακα - που  φυσικά  είναι ξύλο όπως στις εικόνες - ταυτίζεται με τη δομή της τριγωνικής, η  τοξωτής, ή  ψιλόστενης σύνθεσης. Στα έργα αυτά ο μόχθος, η πάλη,  ο αγώνας και το τραγούδι ανταμώνονται. Το  πανηγύρι με τις γκάϊντες ( άσκαυλους ), τα νταούλια  και τους ζουρνάδες γίνεται  πανηγύρι χρωμάτων  καθαρών και πυκνών γεμάτων ζωή χρωμάτων.

 

***

 

Εκτός όμως  από την κοσμική ζωγραφική ο Μητράκας επιδίδεται και στην αγιογραφία, ακολουθώντας  και εδώ τον έμμεσο δάσκαλό του, τον Κόντογλου.  Και άλλοτε μεν δουλεύει με κάποια τυπικότητα επαναλαμβάνοντας καθιερωμένα πρότυπα. Αλλοτε όμως πιστός στο λαϊκό του αισθητήριο μοιάζει να συνεχίζει την τελευταία φάση της μεταβυζαντινής,  έπειτα από την κρητική σχολή, ζωγραφικής , με το χρωματισμένο κάμπο ( συχνά γαλάζιο) και την αδρή σχεδίαση. Τότε τα πρόσωπα των εικόνων του παίρνουν εκφράσεις, που τα φέρνουν κοντά στους σημερινούς ανθρώπους με αποτέλεσμα να κερδίζουν σε ζωντάνια.

Μερικές φορές διαλέγει για τις εικόνες  ψιλόστενα σανίδια και τοποθετεί επάλληλες τις μορφές των αγίων. Αυτή την αντίληψη την βρίσκουμε σε κυπριακές εικόνες, πολύ μεγαλυτέρων εκεί διαστάσεων. Ισως αυτή η κατακόρυφη διάταξη  που προσδιορίζει και μια ανάλογη σύνθεση και που είναι φανερή και στο κοσμικό έργο του Μητράκα, να προέρχεται ακριβώς από αυτές  τις ιδιόμορφες κυπριακές εικόνες που έγιναν τα τελευταία χρόνια γνωστές και στον ελλαδικό χώρος από  εκθέσεις, εκδόσεις, ημερολόγια τοίχου κ.λ.π.

 

****

Το έργο του Μητράκα, με όσα πιο πάνω σημειώσαμε χαρακτηριστικά επιβεβαιώνει, άλλη μια φορά, πόσο ζωντανή και δημιουργική είναι η παράδοση, όταν δεν γίνεται φορμαλισμός, μόδα,  η προγραμματισμένη  "επιστροφή " , αλλά βιώνεται  αυθεντικά  από γνήσιους, απλούς, και προικισμένους ανθρώπους.





Artist's Home   Artists   Kara Art Home