![]() |
Εμμανουήλ Μαυρομμάτης / Emmanouil Mavrommatis | |
Η έκθεση
που
παρουσιάζεται
στη Νεάπολη,
από το Κέντρο
του Δήμου
Νεάπολης,
είναι το
αποτέλεσμα
μιας
μακροχρόνιας
εργασίας και
επιμονής των
Επίκουρων
Καθηγητών της
Σχολής Καλών
Τεχνών του
Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης,
Μανόλη
Γιανναδάκη και
Ξένη Σαχίνη.
Είναι επίσης
το αποτέλεσμα
της κατανόησης
και της θερμής
υποστήριξης,
από αυτή τη
δημοτική αρχή,
της ιδέας να
δημιουργηθεί
ένα πρότυπο
Κέντρο
Χαρακτικής που
απουσίαζε από
την Ελλάδα,
παρόλη την
άνθιση και το
ιστορικό κύρος
της ελληνικής
χαρακτικής. Θα
προσθέσουμε σ’
αυτό το σημείο
ότι η
χαρακτική ήταν
πάντοτε -και
δυστυχώς
εξακολουθεί να
είναι στην
Ελλάδα- μια
παραγνωρισμένη
και
υποβαθμισμένη
τέχνη που ωστόσο
όχι μόνο
συμβαδίζει με
τις
κατακτήσεις της
ευρωπαϊκής
χαρακτικής
αυτό τον αιώνα,
αλλά ταυτόχρονα
έχει επιδείξει
τα τελευταία
χρόνια, τολμηρές
και πρωτότυπες
συμβολές στη
διαμόρφωση
νέων, ευρύτερων,
εικαστικών
προτάσεων.
Αυτό επιβεβαιώνουν τόσο η εντατική διεθνής παρουσία της ελληνικής χαρακτικής στις πολυάριθμες εκθέσεις και Biennale σύγχρονης χαρακτικής στην Ευρώπη, όσο και οι πολλαπλές, συνεχείς βραβεύσεις -σε διεθνές επίπεδο- Ελλήνων χαρακτών. Έτσι, στην εποχή μας, έχει διαμορφωθεί ένας άξονας χαρακτικής του οποίου ο ένας πόλος ορίζεται από την Ελλάδα και ο άλλος από τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες περνώντας από το Βελιγράδι, την κεντρική Ευρώπη τις Κάτω Χώρες και τη Βαλτική. Η δημιουργία αυτού του Κέντρου στη Νεάπολη συνδέθηκε εξάλλου και με μια παράμετρο ιδιαίτερα σημαντική για τον βορειοελλαδικό χώρο και αυτή είναι η προοδευτική διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής συλλογής σύγχρονων χαρακτικών έργων, πράγμα το οποίο θα αναγνωρίσουμε ότι είναι γεγονός μοναδικό στη χώρα μας. Αυτή η συλλογή, εγκατεστημένη στη Θεσσαλονίκη, είναι προφανές ότι θα αποτελέσει τα επόμενα χρόνια ένα δημιουργικό πόλο έλξης δεδομένης της πολιτιστικής στρατηγικής θέσης της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια, -αλλά επίσης είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει και σημαντικό παράγοντα ενθάρρυνσης της σύγχρονης χαρακτικής έρευνας, ειδικά στον ελλαδικό χώρο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αναφορά μας στη χαρακτική δεν θα σταθεί σ’ αυτή την παρουσίαση, στην αξιολόγηση και στις ιστορικές δυνατότητες του καθεαυτού τεχνικού χαρακτικού μέσου, αλλά θα ήθελε να επισημάνει τις μορφοπλαστικές αξίες που προκύπτουν από την έκθεση αυτή, σε συνδυασμό με τα νέα αντικείμενα της καλλιτεχνικής έρευνας. Πράγματι, οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν σ’ αυτή την έκθεση -και στη συλλογή- έχουν υπερβεί τα ενδιαφέροντα μιας αναπαραγωγής των εικόνων ή των νοητών κωδίκων του περιβάλλοντος, για να εμβαθύνουν τις οργανωτικές διασυνδέσεις ανάμεσα στις χαράξεις κατά την ανατύπωση μορφοπλαστικών δομών και για να προτείνουν συνεπώς παραστάσεις που λειτουργούν ως αντίστοιχες εναλλακτικές λύσεις, σε σχέση προς τη ζωγραφική. Είναι εξάλλου αναγνωρίσιμο σήμερα, -από την ιστορική απλώς ανάγνωση- ότι συχνά οι λύσεις της χαρακτικής ήταν οι αντίστοιχες λειτουργικές σε ζωγραφικά προβλήματα και ότι η ισοτιμία μεταξύ των διαφόρων εκδηλώσεων της έκφρασης αναγνωρίζει τον καταμερισμό των καλλιτεχνικών ειδών σε μη-εξουσιαστικές σχέσεις του ενός ως προς το άλλο. Αυτό εξάλλου είναι και το έμβλημα της εποχής μας, ότι δηλαδή οι εκφράσεις είναι μεταξύ τους ισότιμες. Εκείνο που παρατηρούμε κυρίως, στους καλλιτέχνες αυτής της έκθεσης (και της συλλογής), είναι η διεκδίκηση να δουν τη γραμμή και το σχήμα, τα ουσιώδη εκφραστικά μέσα της χαρακτικής, όπως επίσης και το σημείο, την αλληλεπίθεση μιας ανάλυσης επάνω σε μιαν άλλη και τέλος, τη χειρονομιακή επεξεργασία του χρώματος -ως τα επιμέρους στοιχεία μιας οργάνωσης- η οποία θα επέτρεπε να σχηματίζει και να εικονογραφεί ως αντικείμενο, την έννοια της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα να αποδίδει και την ανάλυση της έννοιας αυτής της εργασίας από τα ίδια τα μορφοπλαστικά της και τα εκφραστικά της μέσα. Έτσι, το καλλιτεχνικό έργο αποδίδεται σ’ αυτές τις έρευνες ως η κατεξοχήν επεξεργασία των τρόπων διατύπωσης των ιδεών του. Αυτό θα το διαπιστώσουμε με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στις εργασίες της Angela Brignone Duckert, του Γιάννη Καψιδάκη, του Ruud Matthes, του Miodrag Mladjovic, του Zoran Todovic, που εργάζονται παραθετικά κατανέμοντας σειρές από εντάσεις που στο εσωτερικό τους εργάζονται ως πυκνότητες και αραιότητες από γραμμές και χρωματικές διασταυρώσεις και στο εξωτερικό τους, επιδεικνύουν συστήματα μορφολογικής διανομής του χώρου. Μια ανάλογη και χειρονομιακή επίδειξη αυτής της ανάλυσης θα συναντήσουμε στην εργασία της Αριάδνης Βιταστάλη. Αυτή η ενότητα των εργασιών έχει την έννοια ότι το οργανωτικό πεδίο δεν εργάζεται απλώς ως μια διανομή στο επίπεδο της επιφάνειας, αλλά ότι εργάζεται επίσης και ως αντίστοιχη καθετότητα της χάραξης, -σαν η εργασία να αντιπροτείνει στην επιτακτικότητα του επιπέδου, την παραστατικότητα του πραγματικού βάθους. Η άλλη ενότητα χαρακτηρίζεται από την σχετικά αναπαραστατική λειτουργία της εικόνας και εκεί θα αναγνωρίσουμε τις εικονογραφικές αναλύσεις του Γιώργου Βλασσόπουλου, του Aurel Bulacu, του Μανόλη Γιανναδάκη, του Γιάννη Γουρζή, του Christien Robert, της Erica Gutenschwager, της Nina Kovacheva, του Velizar Krstic, του Manescu, του Dragan Momirov, της Φιόνας Μουζακίτη, του Σταύρου Παναγιωτάκη, του Joseph Smolinski, του Biljana Vukovic. Οι εργασίες του Μάριου Ελευθεριάδη, της Caroline Koenders, του Valentin Stefanoff και του Ξενή Σαχίνη κινούνται στο ενδιάμεσο πεδίο μιας ανάλυσης που διαμορφώνεται σε συνολικές μορφές, καθοριστικές της τελικής της κατάληξης. Στις εργασίες αυτής της δεύτερης ενότητας διαπιστώνεται ένα είδος σύνθεσης ανάμεσα στην αναλυτικότητα της γραμμής και της οργάνωσης των σχηματικών σχέσεων, -με την εικονογραφική απόδοση του αντικειμένου που απασχολεί τους καλλιτέχνες. Οι ενότητες αυτές συνιστούν επίσης ένα αντιπροσωπευτικό σύνολο μελέτης της μορφολογίας σύγχρονων χαρακτικών ιδεών και θα πρέπει να θεωρηθούν ως μια επιτυχής παραπομπή προς αυτή την κατεύθυνση. Η έκθεση μας πληροφορεί για το στοιχείο του εμπλουτισμού που χαρακτηρίζει τη χαρακτική τεχνική. Αυτό το στοιχείο συνίσταται στην ικανότητα του χαρακτικού περιβάλλοντος να ενσωματώνει κοινά τεχνικά είδη και μεθόδους -σε ιδιαίτερα ατομικές, προσωπικές εκφράσεις. Εμμανουήλ Μαυρομμάτης Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης |
The exhibition -currently being presented by the
Neapolis Municipal Centre- is the fruit of the persistence
and hard work of Assistant Professors
Manolis Giannadakis and Xenis Sachinis of the
School of Fine Arts of the Aristotle University of
Thessaloniki. It is also a tribute to this municipal
authority's understanding of and warm support for
the idea of establishing a model Centre for
Engraving, something that has been lacking in
Greece despite the historic stature and continued
vitality of Greek engraving. In Greece this medium,
it must be pointed out, was always - and unfortunately
continues to be - an art form little understood
and appreciated, but that nonetheless parallels the
achievements of engraving in Europe during this
century, and which in recent years has made bold
and original contributions to the shaping of new
and broader visual proposals.
This is confirmed both by Greece's intensive international presence in the numerous European exhibitions and Biennales of contemporary engraving and by the multiplicity of the awards that Greek engravers continue to win on the international level. With regard to engraving, an axis has developed that runs from Greece to Northern Europe, passing through Belgrade, Central Europe and the Netherlands to the Baltic. Another parameter in the creation of the Centre for Engraving in Neapolis, and one that is particularly important for Northern Greece, is the gradual formation of a European collection of contemporary engraving, an event that must be acknowledged as unique for this country. This collection, which is located in Thessaloniki, will obviously act as a creative magnet in the years to come, given Thessaloniki's culturally strategic position in the Balkans, and is also certain to be a significant factor in the encouragement of contemporary exploration in this art form, especially in Greece. This is why this essay will dwell neither on the specific presentation, nor on the assessment of the technical medium of this art form and its historical possibilities, but will rather signal the morphoplastic values arising out of this exhibition, in conjunction with the new objects of artistic exploration. Indeed, the artists taking part in this exhibition - and represented in the collection - have gone beyond the interests of a transcription of the images or perceptible codes of the environment, to delve deeper into the organic interconnections between the engravings in the reproduction of morphoplastic structures, proposing representations that function as corresponding alternatives to painting. Today, moreover, it is possible to recognise - from a simple historical reading - that the solutions found to problems in engraving were often functionally equivalent to those found to problems encountered in painting, and that the parity of the various manifestations of expression establishes the existence of non-domineering relationships between the artistic genres. This in fact is the emblem of our age: the parity of different forms of expression. What is most striking in the artists taking part in this exhibition (and represented in the collection) is their effort to see line and form, the substantive means of expression of the engraver, point, the successive application of one analysis over another, and, finally, the role played by the artist's hand in the outcome of colour as the separate elements of an organic structure designed to shape and illustrate the concept of the work as an object, but which at the same time yields an analysis of this concept derived from its very morphoplastic and expressive means. The work of art is thus rendered in these explorations as the ultimate elaboration of the possible ways of formalising its ideas. This is clearly seen, and in very characteristic form, in the work of Angela Brignone Duckert, Giannis Kapsidakis, Ruud Matthes, Miodrag Mladjovic and Zoran Todovic, who work in juxtaposition, distributing serial tensions that work internally as densities and sparsities of line and colour contrast while externally displaying spatial systems of morphological distribution. A similar demonstration of this analytical conception may be seen in the work of Ariadni Vitastali. In this group of works, the structural field is not worked simply as a distribution on the level of the surface but also as a corresponding verticality of lay-out, as if the work counter-proposes the representability of real depth on the imperative of the plane. The other group is characterised by the relatively representational function of image: here we recognise the iconographic analyses of Giorgos Vlassopoulos, Aurel Bulacu, Manolis Giannadakis, Giannis Gourzis, Robert Christien, Erica Gutenschwager, Nina Kovacheva, Velizar Krstic, Manescu, Dragan Momirov, Fiona Mouzakiti, Stavros Panayiotakis, Joseph Smolinsky, Biljana Vukovic. The works of Marios Eleftheriadis, Caroline Koenders, Valentin Stefanoff and Xenis Sachinis move in the intermediate field of an analysis that is developed in integral forms which determine its final resolution. In the works of this second group we see a kind of synthesis between the analytical detail of line and the organisation of relations of form, with an iconographic rendering of the object that interests these artists. These two groups also constitute a representative overall study of the morphology of contemporary ideas in engraving, and have to be considered a successful work of reference in this direction. This exhibition is an illustration of the element of enrichment that characterises the art of engraving, an element that resides in the capacity of the engraved environment to incorporate common genres, techniques and methods in expressions of a peculiarly personal individuality. Emmanouil Mavrommatis Professor of the History of Art School of Fine Arts Aristotle University of Thessaloniki |