logo Οράτη Ειρήνη : Χαρακτική

Για να παρουσιάσει και να χαρακτηρίσει κανείς τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι χαράκτες σε παγκόσμια κλίμακα, χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος από μια απλή ανακοίνωση. Κι αυτό επειδή σήμερα κάθε καλλιτέχνης, όχι απαραίτητα χαράκτης, έχει τη δυνατότητα να χειριστεί την τεχνολογία και σε συνδυασμό με τη δημιουργική του φαντασία, να φτιάξει ένα πολλαπλό. Ένα έργο που θα έχει σχεδιαστεί σε μία οθόνη και μπορεί να αναπαραχθεί σε χιλιάδες πανομοιότυπα αντίτυπα.


Ο όρος «μεικτή τεχνική» με τον οποίο περιγράφουμε έργα που έχουν υποστεί περισσότερες από δύο μεθόδους επεξεργασίας, ίσως να  μην ανταποκρίνεται πια στο χαρακτηρισμό έργων που δημιουργούνται μέσα από συναφείς διαδικασίες.


Είναι μεγάλο σήμερα το πρόβλημα του ξεκάθαρου ορισμού για το σύγχρονο χαρακτικό, όπως δύσκολη γίνεται και η περιγραφή του τρόπου δημιουργίας του, η αναζήτηση μιας μεθόδου για την αρίθμηση των αντιτύπων, για τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να περιχαρακωθεί ένα έργο, για την πιστότητά, αλλά και για τη διάρκεια του στο χρόνο.


Έχοντας γνωρίσει έργα της ελληνικής χαρακτικής του 20ου αιώνα που βρίσκονται σε μεγάλες συλλογές και αναζητώντας έργα που θα σηματοδοτήσουν την πορεία της νεώτερης γενιάς χαρακτών, δημιουργούνται πολλά ερωτήματα που σχετίζονται με την ποιότητα των έργων, την ευκολία ή τη δυσκολία της δημιουργίας τους, τις τεχνικές που νοούνται με τον όρο «χαρακτική», και τελικά την ανάγκη των καλλιτεχνών σήμερα να δημιουργήσουν ένα έργο σε χαρτί που να έχει υποστεί τη δική τους επέμβαση.


Η νεότερη ελληνική τέχνη δεν έχει ακόμα συμπληρώσει δύο αιώνες παρουσίας, και αυτό αφορά βέβαια και στον τομέα της χαρακτικής. Ούτε η σποραδική παρουσία χαρακτικών φιλοτεχνημένων από έλληνες σε κέντρα της διασποράς τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ούτε η επανάληψη θρησκευτικών μοτίβων σε χαρακτικά από μοναχούς στα εργαστήρια των μεγάλων οργανωμένων κέντρων της Ορθοδοξίας, αποτελούν ενδεικτική αρχή της νεοελληνικής χαρακτικής. Θα πρέπει να φτάσουμε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα για να έχουμε στα χέρια μας χαρακτικά ελλήνων καλλιτεχνών που διδάχτηκαν τη χαρακτική σε σχολές της δυτικής Ευρώπης ή ήταν ζωγράφοι αυτοδίδακτοι στη χαρακτική.


Τα πρώτα δείγματα αστικής χαρακτικής στην Ελλάδα εμφανίζονται στα μέσα του 19ου αιώνα και είναι όλα εικονογραφήσεις σε κείμενα και τις περισσότερες φορές μεταφορές ζωγραφικών έργων. Η δημιουργία μιας παράδοσης και μιας τοπικής σχολής θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει τότε αν δεν έσπαγε τόσο απότομα η συνέχεια με το οριστικό κλείσιμο του εργαστηρίου χαρακτικής της Σχολής Καλών Τεχνών το 1915 μετά από ελάχιστα χρόνια λειτουργίας. Ως το 1931 που επαναλειτουργεί το εργαστήριο με καθηγητή τον Γιάννη Κεφαλληνό, δεν υπήρχε στην Ελλάδα σχολή για τη χαρακτική γεγονός που στέρησε την Ελληνική τέχνη από τη δημιουργία αυτής της πρώτης γενιάς χαρακτών .


Αυτονόητο ήταν λοιπόν ότι χωρίς την ύπαρξη του σχετικού εργαστηρίου, οι καλλιτέχνες δεν είχαν τρόπο να γνωρίσουν τη χαρακτική, είτε έπρεπε να διδαχτούν τις τεχνικές σε σχολές της Ευρώπης. Πραγματικά, οι πρώτοι έλληνες χαράκτες παρακολουθούν μαθήματα στη Γαλλία (Γαλάνης, Κεφαλληνός) ή στη Γερμανία (Ζαβιτζιάνος, Γιαννουκάκης, Οικονομίδης, Κορογιαννάκης) – κυρίως τεχνικές της χαλκογραφίας. Η ξυλογραφία πιο απλή στην τεχνική της, κίνησε το ενδιαφέρον αρκετών ελλήνων ζωγράφων οι οποίοι έμαθαν μόνοι τους τις βασικές αρχές και στη συνέχεια πειραματίζονταν και στη χάραξη, και στο χρώμα και στη χρήση των εργαλείων. 1. Ζαβιτζιάνος 1912, οξυγραφία – ακουατίντα.


Αναμενόμενο ήταν λοιπόν οι πρώτοι έλληνες χαράκτες να διδαχτούν τις τεχνικές μεθόδους αλλά και να υιοθετήσουν τους υφολογικούς προσανατολισμούς των εργαστηρίων που παρακολούθησαν. Έτσι, τα πρώτα χαρακτικά είναι ξυλογραφίες, χαλκογραφίες και οξυγραφίες, χωρίς πολλούς συνδυασμούς τεχνικών, σπάνια με χρήση ακουατίντας ή μαύρης τεχνικής. Θα πρέπει να φτάσει η δεκαετία του ’30 για να πρωτοεμφανιστούν έγχρωμα χαρακτικά. Ο Γιώργος Οικονομίδης, επιστρέφοντας από τη Γερμανία το 1925 παρουσιάζει στην πρώτη του έκθεση έγχρωμες ξυλογραφίες σχεδιασμένες με εξπρεσιονιστική αισθητική και χαραγμένες με βίαιες χαρακιές, φαρδιά περιγράμματα και ενιαία δυνατά χρώματα. 2 Οικονομίδης 1920-25. Σε παράλληλη τροχιά κινείται και ο Ευθύμης Παπαδημητρίου που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά σουγιά, χάραζε το πλάγιο ξύλο και δημιούργησε κυρίως νεκρές φύσεις με ευδιάκριτες κυβιστικές αναφορές.


Έτσι στις μεγάλες ομαδικές εκθέσεις του μεσοπολέμου που παρουσιάζεται για πρώτη γορά οργανωμένα η χαρακτική, υπάρχουν ξυλογραφίες και οξυγραφίες ως επί το πλείστον. Πανελλήνιος 1938. Η επαναλειτουργία του εργαστηρίου χαρακτικής το 1931, δίνει μόνιμα πια δυνατότητες στους φοιτητές να γνωρίσουν περισσότερες τεχνικές: ξυλογραφία (όρθιο και πλάγιο ξύλο), σκιότυπο, έγχρωμη ξυλογραφία, ακίδα, οξυγραφία, μαλακό βερνίκι, ακουατίντα, λιθογραφία, τέχνη του βιβλίου.


Ο ίδιος ο δάσκαλος τους είναι ο δημιουργός ενός λευκώματος μοναδικού από πολλές απόψεις: 3 Κεφαλληνός, υπόδειγμα αποτελεσματικής συνεργασίας, δείγμα χαρακτικής ανυπέρβλητης ομορφιάς. Συνθέσεις αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής, όχι αγγειογραφίας, έχουν μεταφερθεί αυτούσιες και χωρίς καμία απλούστευση από την περίμετρο των σωμάτων των αγγείων στις σωστές τους αναλογίες με μοναδική ευαισθησία. Και κυρίως, είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται μεικτές τεχνικές σε λεύκωμα, σε μια ενότητα έργων. Χαλκογραφικά έχουν χαραχτεί τα περιγράμματα, έγχρωμες ξυλογραφίες έγιναν για τα χρώματα και για τις τίντες στα φόντα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών τόσο διαφορετικών στις απαιτήσεις τους, τεχνικών, προκάλεσε τεράστια προβλήματα στο τύπωμα, αφού έπρεπε το φύλλο να βραχεί για να τυπωθεί από τη χάλκινη πλάκα και να στεγνώσει για να τυπωθούν ξυλογραφικά τα χρώματα, υπολογίζοντας πάντα τις διαφορές στις διαστάσεις που δημιουργούσε το νότισμα του χαρτιού, ΠΛΑΚΑ. Πιστεύω ότι ακόμα και σήμερα το λεύκωμα αυτό από το δέσιμό του μέχρι τη χρήση των ειδικά σχεδιασμένων από τον Κεφαλληνό τυπογραφικών στοιχείων και τις τεχνικά και αισθητικά τέλειες εικόνες, είναι ένα μοναδικό για την ελληνική τέχνη παράδειγμα πετυχημένου συνδυασμού σωστών επιλογών, πετυχημένης μεταφοράς, τεχνικής εφαρμογής και ολοκληρωμένου αισθητικά, αποτελέσματος.


Μεταπολεμικά αρκετοί χαράκτες αρχίζουν να πειραματίζονται με την ευρύτερη έννοια χρησιμοποιώντας είτε νέα υλικά σαν πλάκες χαρακτικής, είτε συνδυασμούς τεχνικών. Παράδειγμα, οι πλάκες από ψαμμίτη της Βάσως Κατράκη που τις επεξεργάζεται με εργαλεία γλύπτη και χρησιμοποιεί την ιδιόμορφη πορώδη επιφάνειά τους σαν πλάκα ξυλογραφίας. 4 Κατράκη 1960. Επίσης οι φαρδιές ακατέργαστες σανίδες που χάραζε ο Γραμματόπουλος, ενσωματώνοντας στις συνθέσεις του τις εντυπώσεις από τα νερά του ξύλου καθώς και η μέθοδος της βαθυξυλογραφίας που επινόησε, συνδυασμός ξυλογραφίας με χαλκογραφία. Άλλοι εφαρμόζουν περισσότερες από μία τεχνικές μέσα στο ίδιο έργο, όπως ο Βεντούρας, ο οποίος ήταν μεν αυτοδίδακτος στη χαρακτική, αλλά είχε σπουδάσει χημικός και χειριζόταν με μεγάλη ευκολία τις δύσκολες τεχνικές του χαλκού (ακίδα, ακουατίντα, μαλακό βερνίκι, λιθογραφία, οξυγραφία σε συνδυασμούς και συχνά με επιζωγραφίσεις). Τύπωνε πολύ περιορισμένους αριθμούς αντιτύπων, συχνά λιγότερα και από πέντε. 5 Βεντούρας οξυγραφία ακουατίντα 1973. Ο σικελιώτης προτιμούσε να χαράζει το μαλακό λινόλεουμ, και επιζωγράφιζε τις συνθέσεις του στο τέλος με μαρκαδόρο, δημιουργώντας διάφορες παραλλαγές και προβάλλοντας την υφή του ίχνους του μαρκαδόρου στις φαρδιές επιφάνειες που γέμιζε με χρώμα.


Από το 1980 και μετά, οι χαράκτες τολμούν περισσότερο. Χωρίς να εγκαταλείπουν τις γνωστές μεθόδους, αναζητούν νέα υλικά, κυρίως επιφάνειες για χάραξη. Είναι μια εποχή που δεν έχει ακόμα επικρατήσει στην Ελλάδα η χρήση των υπολογιστών, οι χαράκτες όμως θέλουν να συνδυάσουν πάνω στο χαρτί, τεχνικές δικές τους, να τυπώσουν υφές νέων υλικών μέσα από ατελείωτα πειράματα. Η Τόνια Νικολαΐδη αρχίζει να επεξεργάζεται το χαρτί πριν το τυπώσει, παρεμβαίνοντας στην πίσω όψη του και δίνοντάς του ανάγλυφη μορφή. Στη συνέχεια τυπώνει στην επιφάνεια του λινόλεουμ ή μεταξοτυπίες, ενώ αργότερα ενσωματώνει και φωτογραφίες σε ορισμένα σημεία. 6 Νικολαΐδη μεταξοτυπία και ανάγλυφο 1983. Ο Απόστολος Κούστας δημιουργεί πλάκες από τσιμέντο και μελανώνοντας την στεγνώη αδρή τους επιφάνεια σαν να ήταν πλάκα από ξύλο, αφήνει τις ατέλειες του υλικού να διαφοροποιήσουν τις μελανωμένες επιφάνειες. Μια άλλη εφαρμογή είναι και η χρήση φύλλων από πλεξιγκλας σαν χαρακτικές πλάκες.


Και εδώ πρέπει να επισημάνουμε τη χρήση της φωτογραφίας στη χαρακτική που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και συχνότερη, είτε τυπωμένη παραδοσιακή είτε με τη χρήση υπολογιστή. Οι μεγάλες φωτοχαλκογραφίες της Μαίρης Σχοινά κινούνται σ’ ένα χώρο μεταξύ πραγματικής εικόνας και χαραγμένης σύνθετης. 7 φωτοχαλκογραφία από τη σειρά «Αντανακλάσεις» σύνθεση με 9 χαλκούς 1997. Η Λεωνή Βιδάλη επεξεργάζεται πλάκες από τσίγκο με πολλαπλούς τρόπους και παράγει σειρές ομογενών χαρακτικών, όπου παραλλάσσονται οι υφές και οι σχέσεις μεταξύ των χρωμάτων. 5 διαφορετικές πλάκες τσίγκου χαραγμένες με οξύ και στο χέρι, 4 λιθογραφικά μελάνια, ένα τύπωμα, 1999. Η Βίκυ Τσαλαματά δημιουργεί χαρακτικά σε ένα αντίτυπο (monoprints), προσθέτοντας έντυπα ή κομμάτια βιομηχανικό χαρτί, σκίζοντας ή κόβοντας κομμάτια χαρτιού πάνω σε χρωματισμένες επιφάνειες και δημιουργώντας απρόβλεπτες σειρές – ενότητες έργων που κινούνται γύρω από έναν συγκεκριμένο, επιλεγμένο από την ίδια κοινό παρονομαστή. 9 Σίδηρος, χάραξη με τη φωτιά, οξυγραφία, ακουατίντα, chine colle, μεικτή τεχνική. Με το κολάζ και τις πολλαπλές τεχνικές χαλκογραφίας έχει πειραματιστεί αρκετά χρόνια και ο Μιχάλης Αρφαράς στη Γερμανία, ο οποίος χρησιμοποίησε στα χαρακτικά του, κόμικς, διαφημίσεις κ.λ.π. 10 χαλκογραφία λινολεουμ 1981. Η Δήμητρα Σιατερλή σε μια πρόσφατη ενότητα έργων της, προσθέτει στις μικρού σχήματος χαλκογραφίες της μικρά φυτά, φύλλα από τσάι και λουλούδια. 11 οξυγραφία ξεραμένο λουλούδι. Ο Γιανναδάκης επίσης χρησιμοποιεί σύνθετες τεχνικές στα χαρακτικά του, επιδιώκοντας να δώσει μέσα από τις υφές των υλικών τις διαφανείς επιφάνειες των στοιχείων που συναποτελούν τις συνθέσεις του. Τον απασχολεί πολύ η απόδοση του ίχνους και για να την πετύχει πειραματίζεται με τις δυνατότητες που του δίνουν οι συνδυασμοί χαρακτικών και σχεδιαστικών μεθόδων. 12 Γιανναδάκης χαρακτικό, αερογράφος σε λιθογραφία 1999. Ο Σαχίνης δουλεύει computer prints με την πεποίθηση – που άλλωστε μοιράζεται με πολλούς καλλιτέχνες – ότι το έργο δεν ορίζεται από την τεχνική, αλλά από την δημιουργική σκέψη που το παρήγαγε, κάτι που εκφράζεται με μεγάλη σαφήνεια και μαχητικότητα στα θεωρητικά του κείμενα. 13 Σαχίνης τύπωμα του υπολογιστή 2001.


Είναι γνωστή η διαμάχη μεταξύ των καλλιτεχνών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τις γνωστές παραδοσιακές τεχνικές της χαρακτικής και αυτούς που εκφράζονται μέσα από τους υπολογιστές.


Παρατηρώντας έργα που έχουν γίνει με τις παραδοσιακές μεθόδους συμπεραίνει κανείς ότι σήμερα χρειάζονται και κάτι ακόμα, μια προσθήκη, μια παραπάνω διάσταση, ένα όχημα που θα τα φέρει πιο κοντά στην σημερινή πολύπλοκη διάσταση που έχουν ήδη αποκτήσει οι άλλες τέχνες.


Από την άλλη, τα τυπώματα μέσω υπολογιστών, φαίνονται κάπως απόμακρα, αδιευκρίνιστα και δε μας βοηθούν ακόμα να μπορέσουμε να τα συμπεριλάβουμε άφοβα σε αυτό που ονομάζεται «διαδικασία που καταλήγει στην παραγωγή ενός έργου τυπωμένου σε χαρτί». Άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι να περιγράψουμε την πάλη του χαράκτη με το δύσκολο υλικό του και την αγωνία του για το αποτέλεσμα που θα προκύψει από την πρέσα όμως από την άλλη η δεδομένη ευκολία παραγωγής ενός έργου που δημιουργείται, διορθώνεται και πολλαπλασιάζεται με την πίεση ενός πλήκτρου, μας κάνει κάπως σκεπτικούς.


Παρακολουθώντας τις εξελίξεις της ελληνικής χαρακτικής τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχω μελετήσει, καταγράψει και εκθέσει έργα κάθε είδους. Δεν πιστεύω ότι η ελληνική χαρακτική αυτή τη στιγμή είναι αποπροσανατολισμένη. Παντού υπάρχει η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών ομάδων καλλιτεχνών. Την τεχνολογία δεν έχουμε λόγο να την παραβλέπουμε, την παράδοσή μας δεν έχουμε λόγο να της περιφρονούμε. Τα ελληνικά χαρακτικά που έχω δει τα τελευταία πέντε χρόνια είναι τέτοιας ποιότητας που αμφιβάλλω αν θα πρέπει να μας απασχολεί τόσο η διαδικασία που τα έχει παράγει. Είναι πραγματικά θαυμάσια έργα, φτιαγμένα με διάθεση, κέφι, πολύ ταλέντο και φανερή γνώση του αντικειμένου. Οι ελάχιστες δεκαετίες που αποτελούν το παρελθόν της ελληνικής χαρακτικής δεν μοιάζει να έχουν δεσμεύσει τους χαράκτες. Τα έργα τους είναι απόλυτα σημερινά, έχουν οπωσδήποτε ξεφύγει από τα στενά όρια του παραδοσιακού στη θεματολογία και υπογραμμίζουν τις ικανότητες των δημιουργών τους. Τα σημερινά χαρακτικά, κατά τη γνώμη μου, παιδεύουν πολύ περισσότερο τους δημιουργούς τους. Η πρόκληση είναι μεγάλη, ο χώρος είναι πια παγκόσμιος, οι δυνατότητες ατελείωτες, άρα και τα αποτελέσματα κρίνονται με αυστηρότητα.


Πιστεύω ότι η ελληνική χαρακτική πορεύεται στο δρόμο της. Βλέπω ότι οργανώνονται διάφορα από φορείς, αλλά και από ομάδες καλλιτεχνών. Θα ήθελα πολύ να ήταν εφικτό να παρουσιάζεται η χαρακτική οργανωμένα και σε τακτά διαστήματα έτσι ώστε να την ξαναπλησιάσει το κοινό που βρίσκεται σε σύγχυση, να διαπιστώνουμε κι εμείς τις εξελίξεις της και να την ακολουθούμε. Νομίζω ότι φορείς που έχουν σαν αντικείμενο τους τη μελέτη της χαρακτικής θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την τέχνη αυτή και τις δυσκολίες της με τέτοιο τρόπο ώστε και να δώσουμε στους νέους χαράκτες αφορμή να συνεχίσουν και να μην την εγκαταλείπουν και στους ακόμα νεώτερους – τους σπουδαστές δηλαδή – ερείσματα για να την επιλέξουν και να μην ασχοληθούν μαζί της μόνο περιστασιακά. Εμείς, σαν υπεύθυνοι φορέων αυτό που κυρίως μπορούμε να κάνουμε είναι να παρατηρούμε και να καταγράφουμε τις αλλαγές, να γίνουμε αρωγοί σε νέες προσπάθειες και να κρατάμε τη χαρακτική σε επαφή με τον κόσμο. Παρά τις δυσκολίες, νομίζω ότι για τα παραπάνω μπορούμε να δεσμευτούμε.


top
The Engraving Centre     Art Prints     Kara Art Home