![]() |
Κάτια Κιλεσοπούλου : Η χαρακτική στη Θεσσαλονίκη | |
|
Η
Θεσσαλονίκη
έρχεται σ’
επαφή με τη
χαρακτική αρχικά
τον 18ο αιώνα,
μέσω των
θρησκευτικών
εικόνων που
τυπώνονταν και
διοχετεύονταν
στην
τουρκοκρατούμενη
Ελλάδα από
τέσσερα
εργαστήρια
χαλκογραφίας
του Αγίου
Όρους (των
μονών Ιβήρων,
Κουτλουμουσίου,
Χελανδαρίου,
Μεγίστης Λαύρας)
και αργότερα,
από τα μέσα
κυρίως του 19ου
αιώνα, κατά την
πολυπολιτισμική,
κοσμοπολίτικη
περίοδό της,
μέσω της
εφαρμοσμένης
εκδοχής της
χαρακτικής,
των ποικίλων
εικονογραφήσεων
σε έντυπα (βιβλία,
εφημερίδες,
περιοδικά,
αφίσες,
ταχυδρομικά
δελτάρια κ.ά.)
της εποχής, που
εκδίδονταν από
τις τρεις
κοινότητες ή
εισάγονταν από
την
απελευθερωμένη
Ελλάδα, αλλά
κυρίως από την
Ευρώπη με την
οποία
συνδέονταν με
στενούς εμπορικούς
δεσμούς.
Κατά
τον 20ο αιώνα,
από το 1912 και επί 72
χρόνια, έως
δηλαδή την
ίδρυση της
Σχολής Καλών
Τεχνών στο Α.Π.Θ.
το 1984, όσοι
καλλιτέχνες
ενδιαφέρονταν
για τον
συγκεκριμένο
αυτό εικαστικό
τομέα και τις
εφαρμογές του,
είναι
υποχρεωμένοι
να
αποτείνονται στη
Σχολή Καλών
Τεχνών της
Αθήνας
(αργότερα και
σε Σχολές του
εξωτερικού)
όπου από το 1843
άρχισε να
διδάσκεται η
χαρακτική κατά
διαστήματα,
και μεθοδικά
από το 1932. Η
πρωτεύουσα δεν
παρείχε απλώς
την αναγκαία
εκπαίδευση
αλλά και
ευκαιρίες
επαγγελματικής
απασχόλησης
όπως παρατηρείται
π.χ. στην
περίπτωση του
Σωτήρη
Χρηστίδη
(Θεσσαλονίκη 1858 –
Αθήνα 1940), ο
οποίος
σπούδασε στο
Σχολείο των
Τεχνών
ζωγραφική με
τον Νικηφόρο
Λύτρα και από
το 1890 έως το 1938
εργάσθηκε με
ιδιαίτερη
επιτυχία στη
λιθογραφική,
λαϊκότροπη και
λαοφιλή
εικονογράφηση
εντύπων, τέχνη
που έμαθε
κοντά στον
Γερμανό λιθογράφο
K. Haupt ή
στην περίπτωση
του Φώτη
Μαστιχιάδη
(Αϊβαλί Μ. Ασίας
1913 – Αθήνα 1997) που
αφού εργάσθηκε
ως
σκιτσογράφος σε
εφημερίδες της
Θεσσαλονίκης
(«Το Φως» 1929-1939,
«Μακεδονία», 1931-1939)
και στο
λιθογραφείο
Σαράτση (1933-1939),
εγκαταστάθηκε
το 1939 στην Αθήνα,
μαθήτευσε
κοντά στον
συμπατριώτη
του Φώτη Κόντογλου
(1939-1941) και μετά
κοντά στους
Αλέξανδρο
Κορογιαννάκη
και Γιώργο
Βελισσαρίδη,
εξελίχθηκε σε
διακεκριμένο
χαράκτη.
Ο
περιορισμένος
αριθμός
Θεσσαλονικέων
καλλιτεχνών
που ασχολήθηκαν
με τη
χαρακτική
είναι λοιπόν
ευεξήγητος,
εάν μάλιστα
ληφθεί υπόψη
και το υψηλό
κόστος
εξοπλισμού
ενός
εργαστηρίου.
Εκτός από τον Ν.
Νικολαΐδη το
σύνολο των
καλλιτεχνών
ανήκει στην
κατηγορία
ζωγράφων-χαρακτών. Η
οργάνωση
ομαδικών
εκθέσεων κατά
τα τέλη της δεκαετίας
του 1930 όπως των
Γιουγκοσλάβων
χαρακτών της ομάδας
Oblik (1937),
των 111 Ελλήνων
ζωγράφων και
χαρακτών σε
αίθουσα της
Δ.Ε.Θ. την ίδια
χρονιά και η
μεταφορά από
την Αθήνα της
Πανελλήνιας
έκθεσης χαρακτικής
το 1939, έδωσε το
έναυσμα ώστε
οι εικαστικοί
και
πολιτιστικοί
φορείς που
διαμορφώθηκαν
σταδιακά
αργότερα, να
αρχίσουν να
περιλαμβάνουν
στις εκθεσιακές
δραστηριότητές
τους και
χαρακτικά. Έτσι
στις δεκαετίες
του 1950 και του 1960 παρουσιάζεται
σχεδόν ετήσια
από μία έκθεση
χαρακτικής,
ενώ το 1969 ο
αριθμός
αυξάνεται σε
πέντε και
έκτοτε, με
κάποιες
αυξομειώσεις,
διατηρείται σε
αρκετά
ικανοποιητικό
επίπεδο. Εκτός
από τους
Έλληνες
χαράκτες, σ’
αυτό το χρονικό
διάστημα,
παρουσιάσθηκαν
Γιουγκοσλάβοι
(1953, Ε.Μ.Σ. & 1963,
Αρχαιολογικό
Μουσείο), Ρώσοι
(1957, Χ.Α.Ν.Θ.), Τσέχοι
(1939, Χ.Α.Ν.Θ.), Ιταλοί
(1959, Ε.Μ.Σ.), Γάλλοι (1962,
Μ.Κ.Ε. «Τέχνη»),
Γερμανοί (1962, Μ.Κ.Ε.
«Τέχνη») και
Ιάπωνες (1969, Μ.Κ.Ε.
«Τέχνη»). Από
τα τέλη της
δεκαετίας του 1970
άρχισε η συγκρότηση
συλλογής
νεοελληνικής
χαρακτικής από
τη Δημοτική
Πινακοθήκη,
την Πινακοθήκη
της Εταιρείας
Μακεδονικών
Σπουδών, το
Μακεδονικό
Μουσείο Σύγχρονης
Τέχνης και τη
Μ.Κ.Ε. «Τέχνη». Η
τελευταία μάλιστα
οργάνωσε,
καθοριστικές
για την
ιστορία των εικαστικών
της πόλης,
εκθέσεις
Ελλήνων και
Ευρωπαίων
χαρακτών και
από το 1981
εξακολουθεί
την εκπλήρωση
του ενημερωτικού-εκπαιδευτικού
της στόχου
περιοδεύοντας
την, άνω των 400
χαρακτικών,
συλλογή της
στην περιφέρεια. Σ’
αυτήν την
αναδρομική
καταγραφή,
καθώς το ενδιαφέρον
επικεντρώνεται
σε καλλιτέχνες
που έζησαν,
έδρασαν, ζουν
και δρουν στην
πόλη, αλλά και
σε ΄κείνους
που
μετοίκησαν,
στην Αθήνα
κυρίως, αλλά
διατήρησαν
τους δεσμούς
τους, σε
εκθεσειακό
τουλάχιστον
επίπεδο, με τη
Θεσσαλονίκη,
διαπιστώνεται
τόσο το γεγονός
του προσωπικού
ύφους της κάθε
ατομικής
έκφρασης, όσο
και της
συνέχισης του
κοσμοπολίτικου
χαρακτήρα της
Θεσσαλονίκης
που τροφοδοτεί
τις ανησυχίες
των δημιουργών
ωθώντας τους
σε αναζητήσεις
αλλά και
στοχεύσεις
αξιοσημείωτες.
Έτσι παρατηρείται
ότι αφενός όσοι
εκπαιδεύτηκαν
στην Αθήνα ή το
εξωτερικό διακρίθηκαν
για την
αφομοιωτική
τους ικανότητα
που τους
οδήγησε
σύντομα στη
δημιουργία
προσωπικού ύφους,
αφετέρου όσοι
ως
αυτοδίδακτοι
στερήθηκαν ερεθίσματα
και
καθοδήγηση,
ανέπτυξαν
αυτοέκφραση
δίχως
επιτηδευμένους
μιμητισμούς.
Για την
ενθάρρυνση και
τη διεύρυνση
της
δημιουργικότητας
όλων η πόλη, εδώ
και αρκετά
χρόνια,
προσφέρει ένα
άρτια
συγκροτημένο
πεδίο δράσης:
το Κέντρο
Χαρακτικής του
Δήμου Νεάπολης
(Πολιτιστικό
Κέντρο «Ήλιος»),
το οποίο
οργανώνει τη Διημερίδα
«Η Χαρακτική
στην Ευρώπη.
Τάσεις-Προοπτικές»,
τμήμα της
οποίας είναι
και η παρούσα
εισήγηση. Χάρη
στις άοκνες
προσπάθειες
των
πανεπιστημιακών
δασκάλων που
εδραίωσαν τη διδασκαλία
της χαρακτικής
στη Σχολή
Καλών Τεχνών του
Α.Π.Θ., Μανόλη
Γιανναδάκη και
Ξενή Σαχίνη,
ένα όνειρο
έγινε
πραγματικότητα.
Δημιουργήθηκε
ένα εργαστήριο
που δεν
παρέχει απλώς
τις
διευκολύνσεις
του ή την
τεχνογνωσία
αλλά αποτελεί
το μοναδικό
στην Ελλάδα
Κέντρο
διερεύνησης της
οντότητας της
χαρακτικής,
μέσα από
ανταλλαγές
καλλιτεχνών, εκθέσεις,
διαλέξεις,
συμπόσια,
εκδόσεις,
μαθήματα, τη
συγκρότηση
συλλογής και
τη σύνδεση με
τα σύγχρονα
και παλαιά
αλλά κραταιά
κέντρα
ανάπτυξης αυτού
του τομέα, σ’ ένα
υψηλό
ευρωπαϊκό
επίπεδο ποιότητας
που επισταμένα
διοχετεύεται
και στις χώρες
της Βαλκανικής. Η
ποιότητα αυτή
χαρακτηρίζει
ήδη το 1935 την
πρώτη ατομική
παρουσίαση
χαρακτικών
στην πόλη ενός
από τους
σημαντικότερους
πρωτεργάτες
της εικαστικής
ζωής, τον
Πολύκλειτο Ρέγκο
(Νάξος 1903 -
Θεσσαλονίκη1985),
μαθητή του
Δημήτρη Γαλάνη
στο Παρίσι
κατά την
περίοδο 1930-1935. Στην
αίθουσα της
Εμπορικής
Λέσχης εκτέθηκαν
οι 21
ξυλογραφίες
του σε όρθιο
ξύλο με θέματα
από το Άγιο
Όρος, οι οποίες
είχαν εκδοθεί
την προηγούμενη
χρονιά στο
Παρίσι με
πρόλογο του
βυζαντινολόγου
Charles Diehl.
Έκτοτε ο
Ρέγκος, αληθινός
μάστορας της
ξυλογραφίας,
συμμετέχει σε
μεγάλες
εκθέσεις
χαρακτικής του
εξωτερικού,
και περιλαμβάνει
σχεδόν πάντα
στις ατομικές
του εκθέσεις
στην Ελλάδα
και στην
Ευρώπη,
χαρακτικά με
θέματα το
γυναικείο
γυμνό, τοπία
της
Χαλκιδικής,
βυζαντινά
μνημεία, μελέτες
εμπνευσμένες
από την
αναγεννησιακή
ζωγραφική σε
ύφος άλλοτε
βυζαντινότροπο
και άλλοτε ρεαλιστικού
εξπρεσιονισμού.
Ιδιαίτερη
αίσθηση έκανε
η έκθεση των Δ.
Γαλάνη – Π.
Ρέγκου στην
αίθουσα του
Εμπορικού
Επιμελητηρίου
το 1956
επιβεβαιώνοντας
τη διαπίστωση
των
ολιγάριθμων
αλλά υψηλού
επιπέδου
εκθέσεων
χαρακτικής στη
Θεσσαλονίκη. Μαθητής
του Γιάννη
Κεφαλληνού, ο
Γιώργος Μόσχος
(Αλεξανδρούπολη
1906 - Αθήνα 1990) με
διακρίσεις σε
διεθνείς
εκθέσεις
χαρακτικής
(Παρίσι 1937,
Μπιεννάλε
Αλεξανδρείας 1955
κ.ά.) πρωτοπαρουσίασε
ατομικά τα
χαρακτικά του
το 1950 στη Θεσσαλονίκη
όπου αργότερα
κατά το
διάστημα 1962-1966 δίδαξε
στο Κολλέγιο
«Ανατόλια».
Θεματική
ποικιλία (τοπία,
νεκρή φύση,
προσωπογραφίες)
σχεδιαστική,
ρεαλιστική
καθαρότητα
χαρακτηρίζουν
το έργο του. Το Άγιο
Όρος, πόλος
έλξης πολλών
καλλιτεχνών,
ενέπνευσε και
σε ’κείνον 20
ξυλογραφίες με
όψεις αντίστοιχα
20 μονών. Ο
Γιώργος Δούκας
(Θεσσαλονίκη 1924)
εκλεκτός
μαθητής του
Κεφαλληνού –
γνωρίζουμε
πόσο φειδωλός
ήταν στην
έκφραση
επαίνων ο
μεγάλος αυτός
μετρ της
χαρακτικής,
θεμελιωτής του
είδους στην
Ελλάδα – θεωρείται
δάσκαλος από
τους νεότερους
συνειδητούς
χαράκτες, και
είναι ο
σεμνότερος
συνεχιστής της
μεγάλης
νεοελληνικής
παράδοσης.
Μακριά από τα φώτα
κάθε είδους
δημοσιότητας,
εργάζεται εδώ
και πολλά
χρόνια σε μια
ευρύτατη
ποικιλία
θεμάτων
(ελεύθερο-αστικό
τοπίο, Άγιο
Όρος,
γυναικεία
μορφή, γυμνά,
πορτρέτα,
νεκρή φύση,
γεφύρια,
βυζαντινά
μοτίβα,
διακοσμητικά
στοιχεία
εικονογράφησης
βιβλίων κ.ά.).
Στις ξυλογραφίες
(σε όρθιο και
πλάγιο ξύλο)
και τις χαλκογραφίες
του μεταπλάθει
τα στοιχεία
της
πραγματικότητας
με ευαίσθητο
και συνάμα
δυναμικό
τρόπο, βασιζόμενος
πάντα σε
πληθώρα
σχεδίων. Η
τελειοθηρική του
τάση τον ωθεί
να δουλεύει
επανειλλημένα
και σε
παραλλαγές
παλαιά και νέα
θέματα
δοκιμάζοντας διαφορετικές
συνθετικές
λύσεις με
σταθερό
γνώμονα την
αρμονία και
τον διακριτικό
λυρισμό. Ο
Νίκος
Νικολαΐδης
(Βέροια 1927)
οδηγήθηκε στη
χαρακτική μέσα
από την
εξοικείωσή του
με την
ξυλογλυπτική
που ασκούσε
από το 1973 και την
ενθάρρυνση του
Ντίνου
Χριστιανόπουλου,
ο οποίος τον
ενέταξε στους
μόνιμους
συνεργάτες της
Μικρής
Πινακοθήκης
«Διαγώνιος» και
του εμπιστεύτηκε
το 1981 την
εικονογράφηση
της έκδοσης
(Θεσσαλονίκη 1983-1984)
των «Δώδεκα
Τραγουδιών»
του. Έτσι μετά
την αποστράτευσή
του με το βαθμό
του
υποστράτηγου
και την
ολοκλήρωση της
στρατιωτικής
του καριέρας,
αφιερώθηκε
στην
ξυλογραφία και
την
ξυλογλυπτική
εκφράζοντας
ένα πλούσιο
απόθεμα
εμπειριών από
την παραδοσιακή
τέχνη που γνώρισε
στις συνεχείς
ανά την Ελλάδα
μετακινήσεις
του, και την
ανάγκη της
έμφυτης
δημιουργικότητας.
Βασιζόμενος
τεχνοτροπικά
στο έργο του Π.
Ρέγκου,
δουλεύει σε
θεματικές
ενότητες όπως
«Βέροια» (1984, 15 ξυλογραφίες),
«Άγιο Όρος» (1985, 20
ξυλογραφίες), «Αρχοντικά
και Μνημεία
της
Θεσσαλονίκης»
(1993, 52 ξυλογραφίες),
που έχουν
κυκλοφορήσει
σε λευκώματα. Ο
Γιώργος
Φαρσακίδης
(Οδησσός 1926)
μυήθηκε στη
χαρακτική από
τον Χρήστος
Δαγκλή στα
χρόνια της
εξορίας τους (1953-1956)
και ασχολήθηκε
στις
ξυλογραφίες του
σε όρθιο
κυρίως ξύλο με
θέματα από τις
προσωπικές του
εμπειρίες στην
εθνική
αντίσταση,
στην εξορία
και τους
κοινωνικοπολιτικούς
αγώνες,
ακολουθώντας
παραδοσιακούς
τρόπους
έκφρασης. Ο
Γιώργος
Μοσχίδης
(Καβάλα 1927),
μαθητής και
συνεργάτης του
Π. Ρέγκου σε
αγιογραφικές
εργασίες στα
νεανικά χρόνια
της διαμονής
του στη
Θεσσαλονίκη
πριν τις
σπουδές του
στο Παρίσι,
δούλεψε
εντατικά
χαρακτική
(λιθογραφία,
χαλκογραφία)
κατά την
περίοδο 1960-1969 και
από τη δεκαετία
του 1980 μεταφέρει
λιθογραφικά
αρκετά από
τα ζωγραφικά
του έργα σε
περιορισμένο
αριθμό αντιτύπων.
Το θέμα της
γυναικείας
μορφής σε
φυσικό ή εσωτερικό
χώρο και
ιδιαίτερα η
γυμνογραφία
στην αισθησιακή
της εκδοχή
αρχικά και
αργότερα σε
ιδεαλιστικότερη
προσέγγιση,
πρωταγωνιστούν
στο έργο του,
δίχως να λείπουν
και άλλες
θεματικές
κατηγορίες
όπως νεκρή φύση,
τοπία,
πορτρέτα. Το
λιτό, δυνατό
σχέδιο, η ποιητική
διάθεση, ο
συγκρατημένος
εξπρεσιονισμός,
συγκροτούν το
προσωπικό του
ύφος που
σταδιακά, μέσα
από τις
μεταφυσικές
αναζητήσεις
του
καλλιτέχνη, έλαβε
μια πιο
συμβολική-αλληγορική
μορφή. Ένας
μεγάλος αριθμός
χαρακτικών
του, δωρεά του
καλλιτέχνη,
περιλαμβάνονται
στη συλλογή
της Δημοτικής
Πινακοθήκης. Αρκετοί
καλλιτέχνες
ασχολήθηκαν με
τη χαρακτική
για
συντομότερα ή
μεγαλύτερα
διαστήματα, ως
προέκταση των
εργασιών τους
στη ζωγραφική.
Ο
Βασίλης Ρογκότης
(Καβάλα 1915 –
Θεσσαλονίκη 1999)
έδωσε
χαρακτικά
(λινόλεουμ,
ξυλογραφίες)
με θέματα
ανθρώπινη
μορφή, τοπία
γεωμετρικές
συνθέσεις σε αφαιρετικό
ύφος, ο Κώστας
Λαχάς (Κάτω
Θεοδωράκι, Κιλκίς
1936) λιθογραφικές
μελέτες
αρχαιοελληνικών
κεφαλών, ο
Ανδρέας
Ζαμπέτογλου (Καλαμαριά
1936)
τσιγκογραφίες
με θέματα
αστικά, παραθαλάσσια
τοπία και
μονές του
Αγίου Όρους, ο
Χρόνης
Μπότσογλου
(Θεσσαλονίκη 1941)
χαλκογραφίες
από τον κύκλο
της
ανθρωποκεντρικής-αυτοβιογραφικής
του εργασίας, ο
γλύπτης Νίκος
Μπαχαρίδης
(Λαγκαδάς 1946) ξυλογραφίες,
λινόλεουμ με
θέματα από την
πόλη, τη φύση,
κυρίως κορμούς
δένδρων, όντας
ο ίδιος
δεξιοτέχνης
χειριστής του
υλικού που
δούλεψε αρχικά
στη γλυπτική
του, του ξύλου,
όπως άλλωστε
και ο Κυριάκος
Καμπαδάκης
(Δράμα 1938) στην
πρώτη περίοδο
της πορείας του,
ο Σώτος
Ζαχαριάδης
(Θεσσαλονίκη 1960)
δουλεύει λινόλεουμ,
ξυλογραφίες με
θέματα
αφαιρετικές
συνθέσεις,
νεκρές φύσεις
και
εσωτερικούς
χώρους. Η
Αναστασία
Νεδέλκου-Σερεμέτη
(Θεσσαλονίκη 1938)
σπούδασε
χαρακτική στην
Ουάσιγκτον,
ενδιαφέρθηκε
κυρίως για τη
χαλκογραφία.
Διαμόρφωσε μια
ιδιότυπη τεχνική
και πέρασε από
τις συνθέσεις
διακοσμητικών
μοτίβων σε
τυπώματα –
συνθέσεις
συμβολικών
εικόνων από
διάφορες
περιοχές της
τέχνης, της
θρησκείας και
του μύθου. Ο
Τάκης
Τσεντεμαΐδης
(Καβάλα 1944) κάνει
χαρακτική από
τα σπουδαστικά
του ήδη χρόνια
στη Ρώμη.
Δουλεύει
ξυλογραφία και
από το 1985 και
χαλκογραφία σ’
ένα ιδιόμορφο
ύφος, το οποίο
συνδυάζει
μανιεριστικά,
κλασικιστικά
και
εξπρεσιονιστικά
στοιχεία.
Συνήθως
δημιουργεί
θεματολογικές
ενότητες που
διακρίνονται
για την
ποικιλία τους
(τοπία, ζώα,
νεκρή φύση,
ανθρώπινη
μορφή,
συμβολικά,
ιστορικά,
ερωτικά, μυθολογικά
θέματα) και
έχει
κυκλοφορήσει 12
συλλογές
χαρακτικών
του. Η
Μάγδα
Σιάμκουρη
(Θεσσαλονίκη 1951)
σπούδασε
χαρακτική στην
Αθήνα και το
Λονδίνο. Η εργασία
της είναι
επικεντρωμένη
στη
χαλκογραφία,
ιδιαίτερα στις
τεχνικές της
οξυγραφίας και
της βελονογραφίας
που υπηρετούν
καλύτερα την
«ατμοσφαιρικότητα»
των θεμάτων
της: τοπία, στοιχεία
της φύσης,
γυμνά, που
διακρίνονται
για το
λεπταίσθητο
λυρισμό τους. Το
τμήμα
Εικαστικών και
Εφαρμοσμένων
Τεχνών του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου
είχε την τύχη
να στελεχωθεί
εξ’ αρχής με
καλλιτέχνες
που ενδιαφέρονταν
ιδιαίτερα για
τη χαρακτική,
έχοντας οι ίδιοι
πλούσιες
εμπειρίες τόσο
από
εκπαιδευτική
άποψη στην
Ελλάδα και το
εξωτερικό, όσο
κι από
εξειδικευμένες
προσωπικές
έρευνες. Ο
Γιώργος Μήλιος
(Αθήνα 1935) δίδαξε
χαρακτική από
το 1988 έως το 1996 και
κατόπιν
αποσπάσθηκε
στην Α.Σ.Κ.Τ.
Αθηνών. Το
χαρακτικό του
έργο προσανατολισμένο
κυρίως στη
χαλκογραφία
κινείται σε
ανάλογο με τη
ζωγραφική του
ύφος.
Αποσπασματικές
μορφές,
μορφώματα,
σουρεαλιστικοί
συμβολισμοί, σ’
ένα αόριστο
περιβάλλον
εντείνουν το
υπαινικτικό κλίμα,
απελευθερώνοντας
τη χαρακτική
από παραδοσιακούς
τύπους. Ο Δημήτρης
Φράγκος
(Ιωάννινα 1958)
αφιερωμένος
στη λιθογραφία,
δίδαξε από το 1989
στη Σχολή και
πρόσφατα διδάσκει
στο
Πολυτεχνείο.
Χρησιμοποιώντας
στοιχεία του
φωτογραφικού
ρεαλισμού και
της Ποπ αρτ
ασκεί με το
έργο του μια
διακριτική
ωστόσο
διαβρωτική
κριτική στις
σχέσεις
ανθρώπου-κοινωνίας. Ανανεωτές
του τομέα της
χαρακτικής θα
μπορούσαν να
χαρακτηρισθούν
ο Μανόλης
Γιανναδάκης
(Αθήνα 1954) και ο
Ξενής Σαχίνης
(Θεσσαλονίκη 1954),
καλλιτέχνες με
ευρύτατο
προσωπικό
ερευνητικό
έργο που
εκτείνεται σ’
όλες τις τεχνικές
και
διδασκαλικές
εφαρμογές που
ωθούν τους
σύγχρονους,
εκκολαπτόμενους
στη Σχολή
χαράκτες, στην
υπέρβαση των
ορίων μεταξύ
των τεχνών. Εγκατεστημένος
στη
Θεσσαλονίκη
από το 1985 ο
Γιανναδάκης
δουλεύει
ταυτόχρονα
όλες τις
τεχνικές
προσδίδοντάς
τες ένα νέο
νόημα καθώς
έχουν τη
μορφοπλαστική
δυναμική να
λειτουργούν ως
ανεξάρτητες
διατυπώσεις,
υλικά – ίχνη
μιας
πυρετώδους
δημιουργικότητας
και ταυτόχρονα
ευέλικτα να
υπηρετούν τον
σταθερό προβληματισμό
άνθρωπος –
χώρος (φυσικός,
τεχνολογικός, κοινωνικός).
Μέσα από την
αποσπασματικότητα
και την
επαναληπτικότητα της
εικόνας,
αναδύεται ο
κατακερματισμός
τόσο του
εσωτερικού
χώρου
(άνθρωπος) όσο
και του
πραγματικού σε
κλίμακες που
ποικίλλουν από
μικρογραφικές
έως τεράστιες (150x200 εκ.). Ο
Ξενής Σαχίνης
είναι ο
επαναστάτης
της χαρακτικής
αφού μέσα από
τις εργασίες
του θέτει εξ’
αρχής το
ερώτημα τι
είναι χαρακτική
στην εποχή μας,
τι σημαίνει
αντίτυπο,
τύπωμα, εικόνα
και χώρος στην
εικαστική
δημιουργία. Ξεκινώντας
από τη
ξυλογραφία και
ολοκληρώνοντας
πειραματισμούς,
οι οποίοι
συνδίαζαν
παραδοσιακές
τεχνικές και πρωτοποριακές
μορφοπλαστικές
αναζητήσεις,
υπερσκέλισε
τους
εκφραστικούς
και
θεματολογικούς
περιορισμούς
που
παραδοσιακά
είχαν
καθιερωθεί
στην χαρακτική.
Αποτόλμησε
χαράξεις με
ηλεκτρικά
εργαλεία σε λαμαρίνες,
χαράξεις σε
διάφανο
πλεξιγκλάς,
ακιδογραφίες
σε χαρτί με
προβολή σε
καθρέφτη,
χαράξεις χωρίς
αντίτυπο.
Αναγνωρίζοντας
στην
αντανάκλαση
και στη φωτογραφική
ή ηλεκτρονική
αποτύπωσή της
την ίδια την
οντότητα της
έννοιας
αντίτυπο και
αναζητώντας
τις «μορφές» του
στη φύση,
διευρύνει με
αναπάντεχο και
συνάμα γοητευτικό
τρόπο την
αντιληπτική
μας δυνατότητα,
τη λειτουργία
των εικόνων
στο χώρο, δίχως
να παραμελεί
σε καμιά
περίπτωση τις
υφές των έργων,
ούτε τη
ζωγραφικότητα
του
αποτελέσματος
ή τον χρωματικό
πλούτο. Αυτή
η τόλμη του
δασκάλου του Ξ.
Σαχίνη
ενθάρρυνε τον
Γιάννη
Καψιδάκη (Ν.
Φιλαδέλφεια
Θεσσαλονίκης 1957)
να
εγκαταλείψει
το στάδιο του
τυπώματος και
να επεξεργασθεί
στις
οξυγραφίες του
την κλιμακούμενη
οξείδωση στον
τσίγκο καθώς
καθοδηγούμενα
ή «τυχαία» δημιουργεί
«σημεία», «γραφές»,
διάτρητες και
συμπαγείς
επιφάνειες.
Παθιασμένος με
τη χαρακτική
από τα χρόνια
της Σ.Κ.Τ. ο
Καψιδάκης
επέτυχε να
οργανώσει το
πιο άρτιο,
μοναδικό
πανελλαδικά,
εικαστικό εργαστήριο
στο Γυμνάσιο
Βασιλικών όπου
διδάσκει, με
εξαιρετικά
γόνιμα
αποτελέσματα,
οφειλόμενα
στην ανταπόκριση
των μαθητών. Επιβεβαίωση
του γεγονότος
ότι στη
Θεσσαλονίκη πλέον
η χαρακτική
αποδεσμευμένη
από
παραδοσιακούς
τύπους
αποτελεί
εκφραστικό
τρόπο
πολυδιάστατο,
ανοιχτό σε
ποικίλες
διερευνήσεις
είναι και οι
εργασίες του
Γιώργου
Τσακίρη
(Γιαννιτσά 1955)
καθηγητή στη
Σχολή Καλών
Τεχνών, του
Νικόλα
Μπλιάτκα (Νάουσα
1962) και του
Σταύρου
Παναγιωτάκη
(Χανιά 1963), που διδάσκουν
στη Μέση Εκπαίδευση
και σε
πολιτιστικά
ιδρύματα.
Έχοντας
εκπαιδευτεί σε
διαφορετικά καλλιτεχνικά
κέντρα – Ρώμη,
Θεσσαλονίκη, Βερολίνο
αντίστοιχα –
κάνουν
ζωγραφική με
χάραξη και
αντίστροφα,
δημιουργούν
κατασκευές,
περιβάλλοντα,
εγκαταστάσεις,
στα οποία
συνενώνονται
οι τέχνες,
δίνοντας νέες
εικαστικές
λύσεις και
μεταδίδοντας
τα μηνύματα, τις
κατακτήσεις
και τις
ανησυχίες τους
στους νεότερους. Έτσι
συμπερασματικά
θα λέγαμε ότι η
πόλη, στερημένη
επί χρόνια από βασικές
προϋποθέσεις εικαστικής
ανάπτυξης,
διανύει μια
γόνιμη περίοδο
στην οποία το
Κέντρο
Χαρακτικής
συμβάλλει
καθοριστικά.
Είναι ανάγκη
οι προσπάθειές
του να
συνεχίσουν να
ενισχύονται
οικονομικά και
ηθικά, να γίνει
ευρύτερα γνωστό,
να
εμπλουτισθεί η
Συλλογή του
και το εκδοτικό
του έργο, να
πραγματοποιηθεί
η
επανειλλημένα
αναβαλλόμενη
καθιέρωση
διοργάνωσης
μιας Μπιεννάλε
ή Τριεννάλε, έτσι
ώστε όλο και
περισσότεροι
ώριμοι και
νέοι καλλιτέχνες
να αδράξουν
την
προσφερόμενη
ευκαιρία
περαιτέρω
εξέλιξης της
έκφρασής τους,
αλλά και αλληλογνωριμίας. ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ |