![]() |
Εύα Μελά : Πλαίσια Ανάπτυξης της Χαρακτικής στην Ελλάδα | |
|
Για τη σύγχρονη Ελληνική Χαρακτική μπορούμε να μιλάμε από τη δεκαετία του ’30. Μέχρι τότε η χαρακτική αναπτύχθηκε – στο νεοσυσταθέν Ελληνικό Κράτος – μόνο χάριν της Τυπογραφίας ως τεχνική απόδοσης εικόνων στα διάφορα έντυπα, ενώ ιδιαίτερα η γκραβούρα στον Ελλαδικό χώρο έχει αναπτυχθεί από ξένους τεχνίτες που απεικονίζουν τα Ελληνικά τοπία. Ήδη από περασμένους αιώνες χαρακτικά εργαλεία γίνονταν – λόγω της πρακτικής χρησιμότητας της Χαρακτικής – που είναι η παραγωγή περισσότερων του ενός οποίων σχεδίων και έργων ή απλά απεικονίσεων, για τα χειρόγραφα βιβλία. Εν συνεχεία με την ένταξή τους στην Τυπογραφία (χάραξη γραμμάτων, εικόνων, βιβλίων & εφημερίδων). Η αυτόνομη όμως έκφραση, η έκφραση με τη χαρακτική αρχίζει επίσημα με την Δημήτρη Γαλάνη. Όπως σ’ όλο τον κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα, η ανάπτυξη της Τεχνολογίας, η εφεύρεση της Φωτογραφίας απάλλαξε την χαρακτική από την υποχρέωση της εικονογράφησης και άρχισε να αναπτύσσεται αυτόνομα, ως καλλιτεχνική εικαστική έκφραση. Από τους πρώτους ο Δ. Γαλάνης. Από το 1930 στην Ελλάδα δούλεψαν τη χαρακτική σπουδαίοι τεχνίτες και εμπνευσμένοι καλλιτέχνες: Αγγ. Θεοδωρόπουλος, Κεφαλονιά, Ιωάννης Κογεβίνας, Αστεριάδης, ο Βεντούρας στην Κέρκυρα, η Λέλα Πασχάλη, ο Γ. Πίπος, ο Κορογιαννάκης. Στα χρόνια πριν το 2ο παγκόσμιο πόλεμο άνθισε το εργαστήρι χαρακτικής της Α.Σ.Κ.Τ., που δάσκαλος εμπνευσμένος ήταν ο περίφημος Γιάννης Κεφαλληνός και μαθητές του οι χαράκτες που σημάδεψαν τα μεταπολεμικά χρόνια ο Τάσσος, η Κατράκη, ο Γραμματόπουλους, ο Βαρλάμος, η Λουίζα Μοντεσάντου, η Τόνια Νικολαΐδη, ο Χρ. Δαγγλής. Από τον δάσκαλο Γιάννη Κεφαλληνό βγήκε μια γενιά καλλιτεχνών που όχι μόνο καλλιτεχνικά μα και ιδεολογικά είχαν κοινωνική ευαισθησία και με το έργο τους έπαιξαν σοβαρό ρόλο στον αντιναζιστικό αγώνα. Μετά την απελευθέρωση, σ’ αυτούς προστέθηκαν πολλοί άλλοι καλλιτέχνες. Η Τέχνη της αντίστασης – στα εικαστικά – περνά κυρίως μέσα απ’ τη Χαρακτική που δούλεψε γι αυτήν το εργαστήρι του Κεφαλληνού. Η Αίνα Κινδύνη, ο Γ. Δήμου, ο Β. Σεμερτζίδης, ο Γ. Βελισσαρίδης, ο Χρ. Δαγγλής, ο Τάσσος, η Λουκία Μαγγιώρου, η Βάσω Κατράκη, ο Γιάννης Στεφανίδης, ο Κορογιαννάκης, ο Γ. Μανουσάκης, ο Δ. Μεγαλίδης, ο Κ. Γραμματόπουλος, ο Σπ. Βασιλείου, στρατεύτηκαν στο ΕΑΜ και έδωσαν μαζικά ώθηση στην Ελληνική Χαρακτική, η οποία υπηρέτησε με συνέπεια τους σκοπούς του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, με μια ορμή και με οργανωμένες προσπάθειες. Ο κοινωνικός δημιουργικός άνθρωπος ο καλλιτέχνης-χαράκτης ήταν στην πρώτη γραμμή. Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι ίδιοι καλλιτέχνες συνέχισαν το δημιουργικό τους έργο, ψάχνοντας τα υλικά και την τεχνική τους και αναπτύσσοντας την αυτόνομη έκφραση της χαρακτικής. Το εργαστήρι της Χαρακτικής του ΑΣΚΤ με δάσκαλο πλέον τον Κ. Γραμματόπουλο, έδωσε μια νέα ώθηση στην αυτονομία της χαρακτικής έκφρασης. Η χαρακτική με τους καλλιτέχνες που ήδη είχαν ωριμάσει και με άλλους που προστέθηκαν ξαναβρισκόταν στις επάλξεις. Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε μια αξιολόγηση ή μια ιστορική αναφορά, παρά μόνο μια νύξη, θα πρέπει να πούμε ότι η Χαρακτική – μια τέχνη προσιτή απ’ τη φύση της στο πλατύ κοινό και γι αυτό δημοκρατική – τροφοδότησε πάλι στα δύσκολα χρόνια κάθε προσπάθεια έκφρασης του Ελληνικού λαού, χαράζοντας στα χρόνια της δικτατορίας αφίσες, προμετωπίδες, κουπόνια και κάρτες αφύπνισης. Έτσι πάλι πληθώρα χαρακτικών κυκλοφορεί για τέτοιους σκοπούς από τον Α. Τάσσο, τη Βάσω Κατράκη, τον Δημήτρη Περδικίδη, το Σικελιώτη και το Σεμερτζίδη, το Φαρσακίδη, τον Μπαχαριάν, το Βαρλάμο Γιώργη. Με τη χαρακτική εκφράσθηκαν και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες που δεν είχαν σπουδάσει στο εργαστήρι ΑΣΚΤ. Στα χρόνια μετά την πτώση της Χούντας, οι νέες συνθήκες έκαναν πολλούς σπουδαγμένους χαράκτες να αποστασιοποιηθούν απ’ τη χαρακτική και να διαπρέψουν γενικότερα στις εικαστικές τέχνες, στη ζωγραφική κι αλλού. Την ανανέωση που έφερε πριν τη δικτατορία ο Κ. Γραμματόπουλος στο Εργαστήρι Χαρακτικής της ΑΣΚΤ, διαδέχθηκε μετά (στην τελευταία δηλαδή εικοσαετία) μια νέα φάση, όπου σ’ αυτήν υπάρχει πληθώρα δασκάλων και σπουδαστών, σπουδαστών γενικότερης από παλιά μόρφωσης πάνω στα εικαστικά. Αυτή η νέα φάση συνέπεσε με την κτιριακή επέκταση και ραγδαία ανάπτυξη της ΑΣΚΤ στην Αθήνα και την ίδρυση της ΑΣΚΤ στη Θεσσαλονίκη (αποτέλεσμα αγώνων των ίδιων των καλλιτεχνών και ιδιαίτερα της Ένωσης Πτυχιούχων ΑΣΚΤ και της Επιτροπής Αγώνα του Επιμελητηρίου) φάση που συνέπεσε και με την ανάπτυξη τόσο των Νέων Τεχνολογιών όσο και τις επικοινωνίας των ελλήνων καλλιτεχνών με τα Βαλκάνια, την Ευρώπη κλπ. Διατηρώντας τον αναγκαίο ιστορικό χρόνο απόστασης δεν θα αναφερθούμε στους χαράκτες των τελευταίων τριάντα χρόνων, μα θα επιχειρηθεί μια αναφορά στα πλαίσια ανάπτυξης της χαρακτικής στην Ελλάδα. Για να εξετάσουμε αυτό το θέμα πρέπει να προσδιορίσουμε τα εξής: 1. την παιδεία 2. τις αναγκαίες υλικοτεχνικές υποδομές 3. την εκθεσιακή παρουσία της χαρακτικής 4. την διακινησιμότητα του χαρακτικού έργου 5. την παρουσία της Χαρακτικής σε δημόσιες εκθέσεις 6. την παρουσία της Σύγχρονης Ελληνικής Χαρακτικής στα μουσεία 7. κέντρα προώθησης ή ανάπτυξης της σύγχρονης ελληνικής χαρακτικής 8. την κρατική πολιτική και 9. γενικότερα την συμβολή του κράτους στην ανάπτυξη της σύγχρονης Ελληνικής Χαρακτικής 1. Η παιδεία Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη μιας τέχνης αν δεν εξετάσουμε την πρώτη προϋπόθεση, την καλλιτεχνική παιδεία. Τα τελευταία χρόνια ζούμε μια διαφοροποίηση στον χώρο της καλλιτεχνικής παιδείας στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Με την μεταρρύθμιση του 1997 εξοστρακίσθηκαν οι εικαστικές τέχνες απ’ το Λύκειο αφού τα καλλιτεχνικά έγιναν από υποχρεωτικό, μάθημα επιλογής και μάλιστα για να διδαχθεί απαιτείται να το επιλέξει συγκεκριμένος αριθμός μαθητών. Στα δε Γυμνάσια Λύκεια, όπου γίνεται το μάθημα (γιατί υπάρχει μεγάλος αριθμός σχολείων που δεν διδάσκεται το μάθημα των εικαστικών) συνήθως δεν υπάρχει εργαστήριο, οπότε αφού το μάθημα είναι μονόωρο (δηλαδή 40’) και μάλιστα στα γυμνάσια μια στις 15 μέρες. Όλα τα παραπάνω δεν ευνοούν την καλλιέργεια της αγωγής εκείνης και της δημιουργικότητας που είναι απαραίτητη για να θελήσει ένας νέος άνθρωπος να ασχοληθεί με τη χαρακτική (Βέβαια, όλοι οι καλλιτέχνες – δάσκαλοι, ακόμα και όταν λείπει το εργαστήρι δίνουν στα παιδιά να κάνουν με την τεχνική της πατάτας ή του λινόλεουμ κάποια απλά πράγματα, για να γνωρίσουν τη χαρά του τυπώματος ή της αναπαραγωγής.). Η απουσία του μαθήματος από τα λύκεια στέλνει όλους όσους επιθυμούν να φοιτήσουν σε Σχολή Καλών Τεχνών υποχρεωτικά στην παραπαιδεία, στα φροντιστήρια προετοιμασίας – πράγμα που συναρτά την παιδεία με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας. · Στις Σχολές Καλών Τεχνών λειτουργούν πολύ καλά οργανωμένα εργαστήρια και τουλάχιστον στο επίπεδο της υποδομής υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για τεχνικές γνώσεις και πληροφορίες, υπάρχει η δυνατότητα εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σπουδαστικών ανταλλαγών και μια εξαιρετική δυνατότητα στις βιβλιοθήκες. Ανοιχτό ζήτημα πάντα παραμένει και θα παραμείνει και θα κρίνεται μετά απ’ την ιστορική απόσταση, το κομμάτι της εικαστικής εκείνης μόρφωσης που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την όποια καλλιτεχνική πράξη – άρα και για τη χαρακτική – που έχει να κάνει με την στάση του καλλιτέχνη απέναντι στην γύρω του πραγματικότητα και η σχέση της τεχνικής με τις καθαρά αισθητικές αξίες, το σχέδιο, το χρώμα, τη σύνθεση, την ιδεολογία του καλλιτέχνη δηλαδή ζητήματα που προκύπτουν μέσα απ’ τη γενικότερη παιδεία που δίνουν οι ΑΣΚΤ σήμερα. 2. Οι αναγκαίες υλικοτεχνικές υποδομές Ο χαράκτης - ιδιαίτερα ο νέος – αλλά και γενικότερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι το ότι, μόλις απογαλακτισθεί από την ΑΣΚΤ, αδυνατεί να κάνει χαρακτική αν δεν έχει – και τις περισσότερες φορές δεν έχει – τα κεφάλαια εκείνα για ένα εξοπλισμό τέτοιο που να μπορεί να κάνει χαρακτική. Έτσι και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, τις περισσότερες φορές εγκαταλείπει την χαρακτική ή την ασκεί ευκαιριακά φιλοξενούμενος σε ατελιέ φίλων. Τα παραπάνω κάνουν το τοπίο σκοτεινό και δύσκολο σε συνδυασμό με το γενικότερο πρόβλημα της επιβίωσης στην κοινωνία μας, η έλλειψη ασφάλισης, η έλλειψη εργασίας τώρα πλέον όπου και η διδασκαλία έπαψε με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ’97 να αποτελεί τη σωτήρια διέξοδο των καλλιτεχνών για βιοπορισμό αφού έχει καταργηθεί η επετηρίδα και έχουν συρρικνωθεί οι διορισμοί εκπαιδευτών στη δευτεροβάθμια. Πλέον υπάρχει η τάση να απασχολείται ως ωρομίσθιος και όχι σε οργανικές θέσεις με πλήρη εργασιακά δικαιώματα. Έτσι, αν ο νέος χαράκτης δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες αφ’ εαυτού να στήσει ένα εργαστήρι –απαιτούνται πολλά χρήματα – ή αν δεν συντηρείται από κάπου αλλού, αναγκαστικά εγκαταλείπει τη χαρακτική. Απ’ αυτή την άποψη το ΕΕΤΕ χαιρετίζει την δημιουργία του Κέντρου Χαρακτικής του Δήμου Νεάπολης Θεσσαλονίκης και το θεωρεί την σοβαρότερη σήμερα δυνατότητα για την ανάπτυξη της χαρακτικής στην Ελλάδα αφού απαντά στο πρωταρχικό πρόβλημα των χαρακτών, στο πρόβλημα της υποδομής. 3. Η Εκθεσιακή δραστηριότητα γύρω απ’ τη χαρακτική. Η Εκθεσιακή δραστηριότητα στην Ελλάδα ανήκει στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι η Χαρακτική σπανίως βρίσκει τη θέση της στις αίθουσες εκθέσεων αφού το χαρακτικό έργο είναι φθηνό και η πώλησή του στο ολιγάριθμο κοινό των γκαλερί δεν αποφέρει για τους ιδιοκτήτες των αιθουσών σοβαρά κέρδη. Λίγοι, ελάχιστοι εκθεσιακοί χώροι και σε πολύ αραιά διαστήματα δέχονται να εκθέσουν χαρακτική και όταν δέχονται, δέχονται συνήθως χαρακτική εικαστικών που έχουν ήδη καταξιωθεί ή δασκάλων Ακαδημαϊκών, που να τους εξασφαλίζει η φήμη τους την δυνατότητα πώλησης των χαρακτικών έργων τα οποία μάλιστα σπανίως τιμώνται σε χαμηλά επίπεδα αλλά πωλούνται σαν μοναδικά ή σε λίγα αντίτυπα. Βέβαια όλο αυτό είναι μια αντίφαση: αφού το χαρακτικό έργο είναι φθηνότερο, γιατί δεν πωλείται πλατιά στα διάφορα κοινωνικά στρώματα και το κέρδος να προκύπτει απ’ την μεγάλη διακίνηση; Την απάντηση σ’ αυτό δίνει η στρεβλή ανάπτυξη της Τέχνης στην κοινωνία μας όπου το μεγάλο κοινό ζει αποξενωμένο απ’ τα έργα τέχνης και δυστυχώς και χωρίς παιδεία ενώ το μεγαλύτερο μέρος των αιθουσαρχών τέχνης ασχολείται με την πώληση έργων που έχουν προοπτική στο διεθνές χρηματιστήριο της τέχνης ή απευθύνονται προς μεγαλο-συλλέκτες. Έτσι, η ταπεινή αυτή «δημοκρατική» - όπως πολλοί καλλιτέχνες την αναφέρουν τέχνη, η χαρακτική, δεν παίζει σ’ αυτά τα μεγέθη. Βέβαια, και θα ήταν άδικο να μην το αναφέρουμε, υπάρχουν κάποιοι πολύ λίγοι χώροι όπου διακινούν χαρακτικά έργα – κυρίως λιθογραφίες όπου μπορούν να τυπώνονται σε πολλά αντίτυπα και σήμερα αναπτύσσεται, με αργούς ρυθμούς, μια άλλου είδους διακίνηση γνήσιων λιθογραφιών (σε τσίγκο) που απευθύνεται στο ευρύ κοινό αφού είναι και φθηνές. Παράλληλα, υπάρχουν κάποιες ελάχιστες γκαλερί όπου κινούνται στον χώρο του εμπορίου της χαρακτικής, σε συλλεκτικά επίπεδα, χαρακτικής του παρελθόντος ενώ υπάρχουν και 1-2 ειδικοί εκδοτικοί οίκοι που αραιά εκδίδουν βιβλία με χαρακτική. 5. η παρουσία της σύγχρονης Χαρακτικής σε δημόσιες εκθέσεις, πινακοθήκες, μουσεία κλπ. Κανείς δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένος απ’ την παρουσία της σύγχρονης χαρακτικής σε δημόσιες εκθέσεις και μουσεία. Παρ’ ότι η Εθνική Πινακοθήκη έχει μια πλούσια συλλογή – κυρίως από δωρεές – δεν υπάρχουν χώροι μόνιμης παρουσίας της σύγχρονης ελληνικής χαρακτικής. Με εξαίρετη της Πανελλήνια του 80 όπου το κράτος πραγματοποίησε μια παρουσίαση της Ελληνικής Χαρακτικής, και την έκθεση της Ε.Π. πριν 2-3 χρόνια που ξεσήκωσε αρκετές αντιδράσεις λόγω της ιστορικής της προσέγγισης, το κράτος δεν έχει ενισχύσει με αυτοτελείς δραστηριότητες την ελληνική παρουσία. Σε πολύ χαμηλά επίπεδα παραμένει απ’ την σκοπιά του κράτους και η παρουσία της σύγχρονης ελληνικής χαρακτικής στο εξωτερικό. Επίσης η Χαρακτική λείπει απ’ τα κρατικά μουσεία. · Την απουσία της Πολιτείας επιχείρησαν να καλύψουν και αρκετές φορές με επιτυχία, οι ίδιοι οι έλληνες χαράκτες μέσα απ’ τον συλλογικό μας φορέα, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας όπου στα είκοσι χρόνια της λειτουργίας του μετά την αλλαγή του νόμου, του έδωσε τη δυνατότητα να διοργανωθούν μεγάλες εκθέσεις σύγχρονής ελληνικής χαρακτικής, δίνοντας ίσες ευκαιρίες παρουσίας στους νέους έλληνες καλλιτέχνες, αφού είναι ζήτημα αρχής για το ΕΕΤΕ: α) Για κάθε δραστηριότητα να υπάρχει ίση πληροφόρηση σ’ όλα τα μέλη του και δικαίωμα συμμετοχής β) Στις εκθέσεις που διοργανώνει η επιλογή γίνεται από αιρετό σώμα κριτών – δηλαδή από κριτές που έχουν εκλεγεί απ’ τους ίδιους τους χαράκτες- γ) Η προσπάθεια είναι κάθε έκθεση να αντιπροσωπεύει όλες τις τάσεις και να είναι όσο το δυνατόν περισσότερες συμμετοχές ώστε να εκφράζεται το σημερινό εικαστικό γίγνεσθαι δ) Στις επιλογές κρίνεται το έργο και όχι το όνομα Έτσι το ΕΕΤΕ έδωσε τη δυνατότητα να διοργανωθούν μεγάλες εκθέσεις χαρακτικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό – στην Ε. Πινακοθήκη, στον Πιερίδη, στη Βουλγαρία, στην τότε Σ. Ένωση, στην Κύπρο, στην Γερμανία, στην Σλοβακία, στην Πολωνία, στη Γαλλία και αλλού. Διοργάνωσε ανταλλαγές και πλαίν-έρ (συμπόσια) και ανάπτυξε με αρκετές χώρες διμερείς σχέσεις για ανταλλαγές σε χαρακτική. Παράλληλα, σε επίπεδο μη κερδοσκοπικών πολιτιστικών φορέων για την ανάπτυξη της Χαρακτικής θα πρέπει να αναφερθούν η «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης, η Εταιρία «Α. Τάσσος», άλλες ιδιωτικής πρωτοβουλίας συλλογές, καθώς και θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο έργο που πραγματοποίηση στο παρελθόν επί των ημερών του κ. Κασαδάλη η Εθνική Τράπεζα – συλλογή και εκδόσεις από το Μορφωτικό της Ίδρυμα – καθώς και η κρατική τότε Ιονική Τράπεζα (όπου σήμερα η συλλογή της ανήκει στην Alpha Bank). Τελευταίο και σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη της Χαρακτικής το Κέντρο Χαρακτικής του Δ. Νεάπολης Θεσσαλονίκης, κίνηση αξιοζήλευτη και όμοιά της δεν υπάρχει σ’ όλη την Ελλάδα και που θα πρέπει να βρει άμεσα μιμητές και στο χώρο της Αθήνας. Τα πολλαπλά – η αγορά και οι συγχύσεις Μεγάλο πρόβλημα και ανασταλτικός παράγοντας στη σχέση της Ελληνικής Χαρακτικής με το ευρύ κοινό ήταν ήδη από την εποχή της μεταπολίτευσης αλλά και ως τις μέρες μας η εμφάνιση των πολλαπλών, των αφισών, που με φωτομεταφορά τυπώνεται σε ακριβό χαρτί χαρακτικής και υπογράφεται η φωτογραφία ενός ζωγραφικού έργου. Αυτά κυκλοφόρησαν – και δυστυχώς κυκλοφορούν στην αγορά υπογεγραμμένα, αριθμημένα και σε υψηλές σχετικά τιμές με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια τεράστια σύγχυση στο αγοραστικό κοινό που ενώ αγοράζει απλές αναπαραγωγές – τυπωμένα χαρτιά χωρίς αξία – νομίζει πως αγοράζει καλλιτεχνικά έργα. Και αυτό το «νομίζει» χάρις στην διαφήμιση των εμπόρων του είδους, όπου κάνουν λόγο για συλλεκτικές «λιθογραφίες» ή «μεταξοτυπίες» κρύβοντας ότι αυτά είναι απλά φωτογραφίες έργων. Η παρουσία στην αγορά των «πολλαπλών» και μάλιστα χωρίς να το δηλώνουν, παραμέρισε την κυκλοφορία των χαρακτικών που για να αποστασιοποιηθούν απ’ τα «πολλαπλά» τυπώνονται σε λίγα αντίτυπα και πωλούνται σε υψηλές για το είδος τιμές συγκριτικά με την Ευρώπη, στερώντας πια απ΄ την κοινωνία τη χαρά μιας πλατιάς κυκλοφορίας της χαρακτικής η οποία απ΄ τη φύση της μπορεί – ενώ το έργο είναι πάντα πρωτότυπο να είναι τυπωμένο σε πολλά ή και σε πραγματικά πάρα πολλά αντίτυπα. Η παντελής έλλειψη νομοθεσίας που να ορίζει τι είναι τι στον χώρο των πολλαπλών και κυρίως η πλανόμενη ευρέως άποψη ότι «ό,τι υπογράφω, το εγκρίνω, άσχετα με το αν το έφτιαξα εγώ, και αυτό με αντιπροσωπεύει» που ισχυρίζονται πολλοί ζωγράφοι – κύρια επώνυμοι οι οποίοι μπροστά στο να διαδώσουν και να εμπορευτούν το έργο τους δεν διστάζουν να υπογράφουν και να αριθμούν απλές φωτογραφίες έργων, έχει παγιώσει πια μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση που προσπαθούμε χρόνια τώρα να την αντιπαλέψουμε. Μοναδικό όπλο των χαρακτών είναι η παιδεία, η διαφώτιση το κοινού γύρω απ’ αυτά τα θέματα. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας ενημέρωσης του κοινού το Επιμελητήριο εξέδωσε και διένειμε ένα βιβλιαράκι με τίτλο «… το γνήσιο χαρακτικό έργο» στο οποίο προσπάθησε να δώσει στο κοινό την συλλογική άποψη των χαρακτών για το τι είναι γνήσιο και τι όχι καταλήγοντας στην βασική αρχή στο: μιλάμε για χαρακτικό έργο όταν ο καλλιτέχνης χαράζει μόνος του τη μήτρα του έργου του – ή καλύτερα, όταν η μήτρα του έργου είναι προϊόν ερμηνείας των εικαστικών ποιοτήτων μέσω των χαρακτικών μεθόδων και όχι προϊόν φωτομεταφοράς στα πλαίσια την ερμηνείας της φόρμας του και όχι της απλής αναπαράστασης – αναπαραγωγής αλλά δημιουργικά – συνθετικά). Παράλληλα επισημάνθηκε από το ΕΕΤΕ ότι στο χαρακτικό έργο υπογράφει ο χαράκτης – ζωγράφος, (εκτός αν πρόκειται για δύο διαφορετικά πρόσωπα οπότε θα πρέπει να υπογράφουν και οι δύο). Πάντως, η παρουσία των πολυτονικών φιλμς στον χώρο της τυπογραφίας αφήνει περιθώρια παραχάραξης της πραγματικότητας και εξαπάτησης του κοινού, κάτι που εξακολουθεί να γίνεται δυστυχώς ακόμα και σήμερα. Παράλληλα έγινε σαφές μέσα από τις συλλογικές διεργασίες του Επιμελητηρίου, ότι η αρίθμηση των αντιτύπων δεν αποτελεί τεκμήριο γνησιότητας του έργου αφού και τα πολλαπλά αριθμούνται αλλά και επί της ουσίας ο αριθμός δεν εξυπηρετεί την διάκριση της ποιότητας στα χαρακτικά αλλά είναι απλώς ένας περιορισμός που θέτει το εμπόριο της τέχνης για λόγους συλλεκτικούς και οικονομικούς. Συνεπώς, είναι στην αποκλειστική επιλογή του καλλιτέχνη η αρίθμηση ή όχι των έργων του, ή η αρίθμηση με αύξοντα αριθμό και όχι δεσμευτικά. Η εμμονή του χώρου του εμπορίου για αρίθμηση στα χαρακτικά επέφερε το τραγελαφικό να αριθμούνται τα έργα κατά σειρά εκδόσεων, με αποτέλεσμα να είναι εν τέλει όλοι κατά κάποιο τρόπο σε πλάνη. Πάντως, τόσο το θέμα της αρίθμησης – που είχε πολλούς υπέρμαχους αλλά και κάποιους ισχυρά αντιμαχόμενους – αλλά κυρίως το θέμα της χρήσης των νέων τεχνολογιών στη χαρακτική που κι αυτό έχει πολέμιους μας έκανε να καταλήξουμε στην αρχή = το γνήσιο καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από το αν τη μήτρα την κάνει ο καλλιτέχνης-χαράκτης και δεν γίνεται με την απουσία του δημιουργού του έργο. Ούτε ο τρόπος εκτύπωσης (δια χειρός ή μηχανικός) ούτε η αρίθμηση αλλά μόνο η κατασκευή της μήτρας αποτελούν το τεκμήριο της γνησιότητας του χαρακτικού έργου. Κλείνοντας θα πρέπει να θέσουμε το ζήτημα αν και πως θα πρέπει να χαραχθεί μια πορεία ανάπτυξης για τη χαρακτική η οποία – και αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση – είναι αυτόνομη έκφραση και σαν τέτοια έχει το στοιχείο της μαζικής πληροφορίας που την κάνει προσιτή, γι αυτό και είναι πολύτιμη. 8. Το κράτος. Οι χαμένες δυνατότητες Είναι γεγονός ότι η άγνοια γύρω απ’ τη χαρακτική και κυρίως η ταχύτητα με την οποία απαιτούνται σήμερα όλα έχει εκτοπίσει τη χαρακτική από όλους εκείνους τους δρόμους που της έφεραν σ’ επικοινωνία με το ευρύτερο κοινό. · Τα γραμματόσημα λόγου χάριν έχουν μπει στη διαδικασία ενός αγώνα δρόμου προς την εμπορευματοποίηση ολόκληρης της χώρας και για τούτο το λόγο δεν χρειάζονται πια τους χαράκτες μα γίνονται με την λογική της «καρτ-ποστάλ». Ο τελευταίος διαγωνισμός έγινε το 1986 και μάλιστα ήδη από τότε είχε ορισθεί πως θα τυπωθούν με φωτολιθογραφικό τρόπο*. * Πρόσφατα, στο αίτημα συμμετοχής του κλάδου μας στην επιτροπή για τα ΕΛΤΑ, είχε άδοξο τέλος αφού τα στεγανά μας ώθησαν σε παραίτηση σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απαξίωση του ρόλου μας. · Τα σχετικά βιβλία και οι εκδόσεις οι κρατικές: Ο Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν κάνει διαγωνισμούς για την επιμέλεια των βιβλίων ενώ η μειοδοτικής κατεύθυνση ανάθεση της εκτύπωσης επιβάλλει μια χαμηλού επιπέδου τυπογραφία. Βιβλία με ξυλογραφίες που θα μπορούσαν να τυπωθούν σε μια μηχανή Χαϊδελβέργης σε χιλιάδες αντίτυπα και να είναι με γνήσια χαρακτικά, τυπώνονται στα γρήγορα, με διαχωρισμούς ηλεκτρονικούς, από άγνοια ή οικονομική σκοπιμότητα, παρ’ όλο που αυτό δεν κοστίζει στο κράτος φθηνότερα. Ακόμα και το πασίγνωστο πολυαγαπημένο αναγνωστικό της Α’ Δημοτικού που είχε φτιάξει με τη μέθοδο του TIF (λιθογραφημένο) ο Κώστας Γραμματόπουλος, εκδόθηκε τελικά φωτολιθογραφικά, και αλλοιώθηκε. Η ίδια άγνοια και κυρίως οι απ’ ευθείας αναθέσεις που στερούν απ’ τους καλλιτέχνες τη χαρά της άμιλλας, του διαγωνίζεσθαι, ισχύουν και στο χώρο των κρατικών εκδόσεων. Το ΥΠΠΟ: α) έδωσε για δύο συνεχείς χρονιές βραβεία χαρακτικής (δεκαετία 80) (σε 20 χρόνια) αλλά στη συνέχεια κατάργησε τη Στέγη Καλών Τεχνών και γραμμάτων ως νομικό πρόσωπο, β) έκανε ένα διαγωνισμό για επιμέλεια βιβλίου και δεν τον ολοκλήρωσε. · Το νομισματοκοπείο: Έχει συρρικνωθεί η παρουσία χαρακτών στο νομισματοκοπείο εξ’ αιτίας πρώτα – πρώτα της κατάργησης των εθνικών νομισμάτων στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το τμήμα χαρακτικής παραμένει συρρικνωμένο. · Η Ολυμπιάδα: Στις εκδόσεις που πραγματοποιεί, με την μέθοδο των απ’ ευθείας αναθέσεων αποκλείονται κυρίως (λόγω άγνοιας) τα χαρακτικά. Μέσα σ’ όλο αυτό το τοπίο που περιγράφθηκε, όπου υπάρχει επί της ουσίας συρρίκνωση και εμπορευματοποίηση της παιδείας, όπου οι εικαστικοί καλλιτέχνες παραμένουν ανασφάλιστοι για την καλλιτεχνική τους εργασία εφόσον δεν ασκούν κάποιο άλλο επάγγελμα και βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση με το κράτος που με διάφορους τρόπους προσπαθεί να κατατάξει την τέχνη στα «προϊόντα», να την εμπορευματοποιήσει, που αντιμετωπίζει τους δημιουργούν ως «εργολάβους» και με κάθε τρόπο «χειραγωγεί» έμμεσα την καλλιτεχνική δημιουργία, όπου υπάρχει τεράστιο το θέμα αν τελικά σ’ αυτές τις συνθήκες μπορούμε να μιλάμε για την ανάπτυξη της Τέχνης και κατά συνέπεια της Χαρακτικής. Με την πτώση των αξιών, την εμπορευματοποίηση των αξιών, με την εμπορευματοποίηση γενικά της παιδείας, της υγείας και πρόνοιας, του πολιτισμού και των ΜΜΕ, μέσα στο κλίμα της τρομολαγνίας και των πολέμων, της κοινωνίας των 2/3, της ανεργίας και της περιθωριοποίησης και κυρίως μέσα απ’ την κραταία λογική «ο σώζων εαυτόν σωθείτο» και κυρίως μέσα απ’ την κυριαρχία των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων σ’ όλους τους τομείς της ζωής, ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, που ελέγχει και την κρατική πολιτιστική πολιτική, πόσο μπορεί να εργασθεί πραγματικά ελεύθερα ένας καλλιτέχνης, ένας χαράκτης; Δεν θα δώσουμε εμείς την απάντηση. Θα την δώσει η ίδια η ζωή. Μόνο που επειδή η Χαρακτική είναι μια τέχνη βαθιά δημοκρατική – με την έννοια ότι μπορεί να διαδώσει αισθητικές αξίες πλατιά στην κοινωνία και κυρίως γιατί η Χαρακτική σαν αυτόνομη έκφραση δίνει απεριόριστες δυνατότητες στην επικοινωνία των ανθρώπων μέσω των εικαστικών τεχνών, αξίζει να συμβάλλει, ο καθένας απ’ την πλευρά του να δημιουργηθούν οι υποδομές εκείνες για την ανάπτυξη της κόντρα στο ρεύμα, ή καλύτερα παράλληλα με τους αγώνες για την ανατροπή της ρίζας του κακού, και των αιτίων της σημερινής κατάστασης που όλοι βιώνουμε. |